

Καρπενήσι αξιοθέατα | Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ: Ο χάρτης χωρίς δρόμους και οι έξι γρίφοι του βουνού
Καρπενήσι αξιοθέατα | Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ: Καρπενήσι, Ευρυτανία, Βελούχι, Κεφαλόβρυσο και Κορυσχάδες, Μεγάλο και Μικρό Χωριό, Μονή Προυσού, Μαύρη Σπηλιά, Πάντα Βρέχει, Φιδάκια και Λίμνη Κρεμαστών μέσα από μια νέα βιωματική περιπέτεια του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ». Ένας χάρτης χωρίς δρόμους, έξι αινίγματα, έξι Σήματα Αγάπης και ένα ταξίδι στην ορεινή Ελλάδα που έμαθε να αντιστέκεται, να θυμάται και να ξαναγεννιέται.
Το πρώτο πράγμα που χάθηκε στον δρόμο για το Καρπενήσι ήταν το σήμα.
Το δεύτερο ήταν η βεβαιότητα ότι ξέραμε πού πηγαίναμε.
Λίγο μετά τη σήραγγα του Τυμφρηστού, το GPS πάγωσε, η οθόνη έμεινε πάνω σε μια στροφή που είχαμε ήδη περάσει και η ομίχλη κατέβηκε τόσο χαμηλά, ώστε τα έλατα εμφανίζονταν μπροστά μας ένα ένα, σαν να τα αποκάλυπτε κάποιος την τελευταία στιγμή.
Σταμάτησα για λίγο στην άκρη. Εγώ, η κάμερα, το τρίποδο, δύο μπαταρίες που έδειχναν ήδη λιγότερο γενναίες απ’ όσο θα ήθελα και η γνωστή ψευδαίσθηση κάθε γυρίσματος ότι όλα θα εξελιχθούν ακριβώς όπως τα έχεις σχεδιάσει.
Τότε βρήκα τον φάκελο.
Ήταν χωμένος ανάμεσα στον χάρτη της Ευρυτανίας και στις σημειώσεις της διαδρομής. Καφέ, τσακισμένος στις άκρες, χωρίς όνομα και χωρίς αποστολέα. Μέσα δεν υπήρχε επιστολή. Υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί με έξι φράσεις γραμμένες στο χέρι.
Βρες τον ήρωα που κέρδισε τη μάχη, αλλά δεν είδε ποτέ το ξημέρωμα.
Μπες στο σχολείο που έγινε Βουλή χωρίς ο τόπος να γίνει πρωτεύουσα.
Στάσου στο χωριό όπου, ύστερα από δεκατρείς νύχτες βροχής, το βουνό κατέβηκε πάνω στα σπίτια.
Ακολούθησε τα επτά σημάδια μιας εικόνας που, σύμφωνα με την παράδοση, διάλεξε μόνη της τον βράχο της.
Περίμενε το γεφύρι που πνίγεται και επιστρέφει.
Και στο τέλος βρες το μέρος όπου βρέχει ακόμη κι όταν ο ουρανός είναι καθαρός.
Στο κάτω μέρος υπήρχαν δύο τελευταίες προτάσεις.
«Αν λύσεις και τους έξι γρίφους, θα καταλάβεις γιατί αυτός ο τόπος δεν έμαθε ποτέ να παραδίδεται».
Και ακριβώς από κάτω, με μικρότερα γράμματα:
«Στο βουνό κανένας γρίφος δεν λύνεται μόνος, νηστικός ή παγωμένος. Βρες πρώτα στέγη, τροφή, φωτιά και ανθρώπους».
Τότε τη θεώρησα μια παράξενη υποσημείωση.
Δεν ήξερα ακόμη ότι αυτή η δεύτερη φράση θα άλλαζε ολόκληρη τη διαδρομή.
Κοίταξα ξανά το GPS. Παρέμενε ακίνητο. «Ωραία», είπα στην κάμερα. «Ήρθαμε να κάνουμε ένα ήσυχο οδοιπορικό στο Καρπενήσι και πριν ακόμη φτάσουμε έχουμε χάσει το σήμα, το πρόγραμμα και πιθανότατα την κοινή λογική». Έξω, η ομίχλη άνοιξε για λίγα δευτερόλεπτα. Πίσω της φάνηκε το Βελούχι.
Δεν έμοιαζε με φόντο. Έμοιαζε με φύλακα που είχε ήδη καταλάβει ότι ερχόμασταν.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η νέα περιπέτεια του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», όχι με έναν κατάλογο αξιοθέατων, αλλά με έξι ερωτήσεις που έπρεπε να απαντηθούν μέσα σε βουνά, ποτάμια, χωριά, μνήμες, καταρράκτες και ανθρώπινες ιστορίες.
Το Καρπενήσι δεν θα μας έδειχνε απλώς τι να δούμε.
Θα μας ανάγκαζε να ανακαλύψουμε τι είχε επιλέξει να μη χάσει.
Και ανάμεσα στους έξι γρίφους θα εμφανίζονταν επτά στάσεις που δεν υπήρχαν στο χαρτί: ένας ξενώνας, δύο τραπέζια, ένα κρεοπωλείο, μια κάβα, ένα σημείο όπου η πόλη αλλάζει ρυθμό κι ένας άνθρωπος που έκανε τη φωτιά επάγγελμα.
Ο φάκελος θα μας έδειχνε πού κρύβεται η μνήμη. Εκείνοι θα μας έδειχναν πώς συνεχίζεται η ζωή.

Πράξη πρώτη: Η πόλη, ο ήρωας και το βουνό
Καρπενήσι: η πόλη που ζει κάτω από τη σκιά του Βελουχίου
Η πρώτη εικόνα του Καρπενησίου δεν είναι μία εικόνα. Είναι μια απότομη αλλαγή ρυθμού.
Οι δρόμοι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, οι στέγες κρατούν ακόμη τη νυχτερινή υγρασία και το Βελούχι εμφανίζεται ανάμεσα στα κτίρια σαν να θέλει να υπενθυμίζει ότι εδώ καμία διεύθυνση δεν είναι εντελώς επίπεδη.
Η πόλη βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 960 μέτρων και έχει μάθει να συνυπάρχει με τον χειμώνα, το νερό, την πέτρα και τις συνεχείς μεταμορφώσεις του καιρού.
Φτάσαμε στην κεντρική πλατεία με τη σοβαρότητα ανθρώπων που υποτίθεται ότι ακολουθούν ένα αυστηρό πρόγραμμα.
Η σοβαρότητα κράτησε μέχρι την πρώτη μυρωδιά από ζεστή πίτα.
Στη μαρμαρόστρωτη πλατεία, η βρύση με το λιοντάρι, ο μεγάλος πλάτανος και τα τραπέζια γύρω της δημιουργούν την αίσθηση ότι η πόλη δεν σχεδιάστηκε μόνο για να τη διασχίζεις, αλλά για να σταματάς.
Πάνω από το κέντρο υψώνεται ο μητροπολιτικός ναός της Αγίας Τριάδας, με το ηλιακό ρολόι στο καμπαναριό του, ένα από τα σημεία που σε κάνουν να σηκώσεις το βλέμμα πριν ακόμη σου το ζητήσει η κάμερα.
Mountain House : Η βάση της αποστολής στον Προφήτη Ηλία
Πριν αρχίσουμε να κυνηγάμε τα αινίγματα, ανεβήκαμε προς τον Άνω Προφήτη Ηλία. Εκεί, το Mountain House έγινε η βάση της αποστολής, αρκετά κοντά στην πόλη για να μη χάνουμε τον παλμό της και αρκετά ψηλά για να νιώθουμε ότι το βουνό είχε ήδη περάσει το κατώφλι.
Αφήσαμε αποσκευές, μπαταρίες, αδιάβροχα και την υπερβολική αυτοπεποίθηση με την οποία φτάνει κάθε συνεργείο πριν από μια ορεινή διαδρομή.
Πάνω στο τραπέζι ανοίξαμε τον χάρτη, δίπλα του ακουμπήσαμε τον καφέ φάκελο και για πρώτη φορά κοιτάξαμε σοβαρά τη δεύτερη φράση του.
Στέγη.
Στην πόλη η διαμονή μπορεί να μοιάζει με πρακτική λεπτομέρεια. Στο βουνό είναι το σταθερό σημείο στο οποίο υπολογίζεις ότι θα επιστρέψεις όταν ο καιρός, ο δρόμος ή η κούραση αποφασίσουν να ξαναγράψουν το πρόγραμμά σου.
Το Mountain House δεν έγινε απλώς το μέρος όπου αφήσαμε τα πράγματά μας. Έγινε η πρώτη βεβαιότητα ενός ταξιδιού που είχε ήδη χάσει το GPS του.
Σήμα Αγάπης του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» για τη Φιλοξενία που Γίνεται Βάση της Περιπέτειας
Mountain House, Άνω Προφήτης Ηλίας, Καρπενήσι, 22370 80500
Γέμισα το παγούρι από τη βρύση και άνοιξα ξανά το σημείωμα.
Καμία από τις έξι φράσεις δεν έδειχνε προς την πόλη. Κι όμως, το Καρπενήσι ήταν η αρχή όλων.
Από εδώ ξεκινούσαν οι δρόμοι προς τις Κορυσχάδες, τα χωριά της Ποταμιάς, τον Προυσό, τη Λίμνη Κρεμαστών και τις πλαγιές του Βελουχίου.
Στο Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Ευρυτανίας η ιστορία του τόπου δεν παρουσιάζεται σαν μακρινό αρχείο.
Η εικονική και επαυξημένη πραγματικότητα επιτρέπει στον επισκέπτη να πλησιάσει τη μάχη του Κεφαλόβρυσου και ακόμη και τον βυθισμένο ναό της Επισκοπής στη Λίμνη Κρεμαστών.
Στο Μουσείο Βουνού, η ορειβασία, η αναρρίχηση, το σκι και η ζωή στο υψόμετρο αποκτούν πρόσωπα, αντικείμενα και αληθινές διαδρομές. (Πληροφορίες για την επιχείρηση Mountain House )

Η προετοιμασία της παρέας: Cava Markis
Η πρώτη μας αναχώρηση αναβλήθηκε για έναν απολύτως σοβαρό δημοσιογραφικό λόγο: δεν είχαμε οργανώσει ούτε τις προμήθειες ούτε το βραδινό τραπέζι της ομάδας.
Στη Ζηνοπούλου 73, η Cava Markis έδωσε πρακτικό νόημα στη λέξη «προετοιμασία».
Ανάμεσα σε κρασιά, ποτά, μπίρες, αναψυκτικά και συνθέσεις δώρων, καταλάβαμε ότι η περιπέτεια δεν αρχίζει τη στιγμή που πατάς στο μονοπάτι.
Αρχίζει νωρίτερα, από τους ανθρώπους που φροντίζουν όσα θα χρειαστεί μια παρέα όταν επιστρέψει.
Διαλέξαμε ό,τι θα συνόδευε τις βραδινές συζητήσεις μας και κρατήσαμε μία φιάλη κλειστή για το τέλος, αν, φυσικά, λύναμε και τους έξι γρίφους.
Σήμα Αγάπης του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» για τις Γεύσεις που Ζεσταίνουν την Παρέα
(Πληροφορίες για την επιχείρηση Cava Markis )

Η γεύση αρχίζει πριν από το τραπέζι: Αφοί Μαυραγάνη
Λίγο αργότερα, στη συμβολή των οδών Αθανασίου Καρπενησιώτη και Κοσμά Αιτωλού, το κρεοπωλείο Αφοί Μαυραγάνη μάς πήγε ακόμη πιο πίσω, στην αρχή της τροφής.
Η οικογενειακή ιστορία του ξεκινά το 1952 και συνεχίζεται σήμερα στην τρίτη γενιά, συνδέοντας την κτηνοτροφική μονάδα με τον πάγκο της πόλης.
Εκεί η τοπική γαστρονομία έπαψε να είναι ένας κατάλογος πιάτων και έγινε αλυσίδα ανθρώπων, φροντίδας και καθημερινής δουλειάς.
Σήμα Αγάπης του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» για την Παράδοση από την Εκτροφή στο Τραπέζι
Κρεοπωλείο και Κτηνοτροφική Μονάδα Μαυραγάνη, Αθανασίου Καρπενησιώτη και Κοσμά Αιτωλού, 22370 23320
Ο φάκελος μας ζητούσε να βρούμε ήρωες, μνημεία και θαύματα της φύσης.
Η πόλη, πριν ακόμη φύγουμε από αυτή, μας έδειχνε τους αφανείς μηχανισμούς που κάνουν έναν ορεινό τόπο να αντέχει: κάποιον να ανοίγει το κατάστημα το πρωί, κάποιον να γνωρίζει την πρώτη ύλη, κάποιον να προνοεί για τον χειμώνα.
Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι στο Καρπενήσι το παρελθόν και η περιπέτεια δεν είναι δύο διαφορετικά κεφάλαια.
Είναι ο ίδιος δρόμος, απλώς σε διαφορετικό καιρό.
(Πληροφορίες για την επιχείρηση Κρεοπωλείο του Μαυραγάνη Γιάννη)

Η πρώτη λανθασμένη υπόθεση
Θεωρήσαμε ότι ο ήρωας του πρώτου γρίφου ίσως κρυβόταν σε κάποιο μνημείο μέσα στην πόλη.
Ρωτήσαμε, ψάξαμε, ανοίξαμε χάρτες και για περίπου δέκα λεπτά κάναμε αυτό που κάνουν όλοι οι σύγχρονοι εξερευνητές όταν θέλουν να αποδείξουν ότι δεν χρειάζονται βοήθεια: κοιτούσαμε το κινητό χωρίς να έχουμε σήμα.
Η απάντηση βρισκόταν μόλις τρία χιλιόμετρα μακριά.
Στο Κεφαλόβρυσο.

Κεφαλόβρυσο: ο ήρωας που νίκησε αλλά δεν είδε το πρωί
Το Κεφαλόβρυσο σήμερα είναι ένας τόπος νερού, πλατάνων και σκιάς.
Ο Καρπενησιώτης περνά από το τοπίο, οικογένειες σταματούν για περίπατο και η φύση έχει καλύψει με πράσινο ένα από τα πιο δραματικά κεφάλαια της Ελληνικής Επανάστασης.
Τον Αύγουστο του 1823, ο Μάρκος Μπότσαρης αποφάσισε να χτυπήσει αιφνιδιαστικά τη μεγάλη στρατιωτική δύναμη που είχε στρατοπεδεύσει στην περιοχή και κατευθυνόταν προς το Μεσολόγγι.
Η επίθεση προκάλεσε βαριές απώλειες στον αντίπαλο στρατό, αλλά μέσα στη νύχτα ο Μπότσαρης τραυματίστηκε θανάσιμα.
Η μάχη κερδήθηκε.
Ο ίδιος δεν είδε το ξημέρωμα.
Μπροστά στα μνημεία που έχουν στηθεί προς τιμήν του, ο πρώτος γρίφος σταμάτησε να είναι παιχνίδι.
Υπάρχουν τόποι όπου η Ιστορία παρουσιάζεται με ημερομηνίες. Και υπάρχουν τόποι όπου η Ιστορία αλλάζει τη θερμοκρασία της σιωπής.
Στο Κεφαλόβρυσο, κάτω από τα δέντρα και δίπλα στο νερό, η απόσταση ανάμεσα στο σήμερα και στη νύχτα εκείνη μοιάζει μικρότερη απ’ όσο περιμένεις.
Στήσαμε την κάμερα χωρίς πολλές κουβέντες.
Σκέφτηκα πως η λέξη «ήρωας» χρησιμοποιείται συχνά τόσο εύκολα, ώστε ξεχνάμε τι κόστιζε πραγματικά.
Εδώ δεν υπήρχε θριαμβευτικό φινάλε. Υπήρχε μια νίκη που συνοδεύτηκε από απώλεια, μια χώρα που δεν είχε ακόμη γεννηθεί ολόκληρη και ένας άνθρωπος που έμεινε για πάντα είκοσι τόσα βήματα πριν από το επόμενο πρωί.
Στην πίσω πλευρά του σημειώματος σημείωσα μία λέξη.
Θυσία.
Ο πρώτος γρίφος είχε λυθεί.
Αλλά το βουνό μόλις είχε αρχίσει να μιλά.

Βελούχι: εκεί όπου το Καρπενήσι κοιτάζει τον εαυτό του από ψηλά
Πριν ακολουθήσουμε τον δεύτερο γρίφο, πήραμε τον δρόμο προς το Βελούχι, τον Τυμφρηστό, που υψώνεται πάνω από την πόλη και φτάνει τα 2.315 μέτρα.
Όσο ανεβαίνεις, το Καρπενήσι μικραίνει, ο ορίζοντας μεγαλώνει και η αυτοπεποίθηση του οδηγού δοκιμάζεται από στροφές που φαίνονται απολύτως λογικές μόνο αφού τις έχεις περάσει.
Το χιονοδρομικό κέντρο έκανε το Βελούχι γνωστό ως χειμερινό προορισμό, όμως το βουνό δεν ανήκει σε μία εποχή.
Τον χειμώνα γίνεται λευκό πεδίο κίνησης και δοκιμασίας. Την άνοιξη τα νερά κατεβαίνουν με δύναμη.
Το καλοκαίρι ανοίγουν πεζοπορικές και ποδηλατικές διαδρομές, ενώ το φθινόπωρο τα δάση αλλάζουν αποχρώσεις σαν να προετοιμάζουν μόνα τους το επόμενο πλάνο.
Σταματήσαμε σε ένα άνοιγμα με θέα προς την πόλη. Ο αέρας είχε εκείνη την ειδική ικανότητα του βουνού να βρίσκει το μοναδικό σημείο από όπου περνά μέσα από το μπουφάν.
«Θα πούμε ότι είναι αναζωογονητικός», είπα στην κάμερα.
Η κάμερα κουνήθηκε από τη ριπή και αποφάσισε να μη συμφωνήσει.
Το Βελούχι δεν χρειάζεται υπερβολές. Η κλίμακά του αρκεί.
Από ψηλά βλέπεις πώς η πόλη, τα χωριά, οι χαράδρες και οι δρόμοι συνδέονται.
Καταλαβαίνεις γιατί αυτός ο τόπος έδωσε καταφύγιο, γιατί έγινε πέρασμα, γιατί γέννησε ιστορίες αντίστασης και γιατί ακόμη και σήμερα απαιτεί από τον επισκέπτη προετοιμασία και σεβασμό.
Στο βουνό ο καιρός μπορεί να αλλάξει γρήγορα. Οι χειμερινές μετακινήσεις χρειάζονται ενημέρωση για τις συνθήκες και κατάλληλο εξοπλισμό, ενώ οι ορεινές διαδρομές δεν είναι σκηνικό για απερίσκεπτες δοκιμές.
Η ομορφιά εδώ δεν είναι ακίνδυνη διακόσμηση.
Είναι ζωντανό περιβάλλον.

Στις Κερασούλες, η φωτιά έπαψε να είναι σκηνικό
Κατεβαίνοντας από το Βελούχι, το κρύο είχε πάψει προ πολλού να είναι κινηματογραφικό εφέ.
Είχε περάσει στα δάχτυλα, στις μπαταρίες και στη φωνή του οπερατέρ που επαναλάμβανε ότι «μια χαρά είμαστε» με τον τόνο ανθρώπου που δεν ήταν καθόλου μια χαρά.
Στη θέση Κερασούλες, στο 4ο χιλιόμετρο Καρπενησίου προς Λαμία, κάναμε στάση στα Ενεργειακά Τζάκια Γκορόγιας.
Ανάμεσα σε ενεργειακά τζάκια, σόμπες, υλικά μόνωσης και εξοπλισμό για το ύπαιθρο, η λέξη φωτιά από το σημείωμα έχασε κάθε ρομαντική υπερβολή.
Στο Καρπενήσι η φωτιά δεν υπάρχει μόνο για μια όμορφη χειμωνιάτικη φωτογραφία. Είναι τρόπος με τον οποίο οργανώνεται ένα σπίτι απέναντι στο υψόμετρο, στο κρύο και στην υγρασία.
Ο σωστός εξοπλισμός δεν είναι αξεσουάρ περιπέτειας. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια ιστορία που θα διηγείσαι γελώντας και σε ένα λάθος που δεν έπρεπε να έχει συμβεί.
Ελέγξαμε ξανά τα αδιάβροχα, προσθέσαμε ό,τι έλειπε από τον ορεινό εξοπλισμό και βάλαμε έναν νέο κανόνα στην αποστολή: κανένα πλάνο δεν αξίζει περισσότερο από την ασφαλή επιστροφή.
Σήμα Αγάπης του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» για τη Ζεστασιά που Προστατεύει τη Ζωή στο Βουνό
Ενεργειακά Τζάκια Γκορόγιας, Κερασούλες, 4ο χλμ. Καρπενησίου προς Λαμία, 22370 22752
Δεν είχαμε λύσει τον δεύτερο γρίφο.
Είχαμε όμως αρχίσει να καταλαβαίνουμε τη δεύτερη πρόταση του φακέλου. (Πληροφορίες για την επιχείρηση Ενεργειακά Τζάκια Γκορόγιας.)
Πράξη δεύτερη: Ελευθερία, νερό και οι πρώτες επιστροφές
Κορυσχάδες: το σχολείο που έγινε έδρα της Ελεύθερης Ελλάδας
Οι Κορυσχάδες απέχουν περίπου έξι χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, αλλά η μετάβαση μοιάζει πολύ μεγαλύτερη όταν καταλαβαίνεις πού έχεις φτάσει.
Ο διατηρητέος οικισμός, με τα πέτρινα σπίτια, τα αναπαλαιωμένα αρχοντικά και την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στην πλατεία, έχει την ηρεμία ενός χωριού που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί.
Στην άκρη της πλατείας βρίσκεται το παλιό δημοτικό σχολείο.
Από τις 14 έως τις 27 Μαΐου 1944, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη κάτω από Κατοχή, εκεί συνεδρίασε το Εθνικό Συμβούλιο της Ελεύθερης Ελλάδας, μετά τις εκλογές του Απριλίου.
Ένα σχολικό κτίριο σε ένα ορεινό χωριό έγινε τόπος πολιτικής αντιπροσώπευσης και σύμβολο της προσπάθειας να οργανωθεί η ελεύθερη ζωή μέσα σε μια χώρα που δεν ήταν ακόμη ελεύθερη.
Στην εκλογική αυτή διαδικασία γυναίκες ψήφισαν και εκλέχθηκαν, σύμφωνα με την επίσημη έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, για πρώτη φορά στην ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία.
Η λεπτομέρεια αλλάζει ολόκληρο το βάρος της αίθουσας. Μέσα στον πόλεμο, στο βουνό, ένα μικρό σχολείο άνοιγε χώρο σε ανθρώπους που μέχρι τότε η επίσημη πολιτική ζωή κρατούσε έξω.
Σήμερα το κτίριο στεγάζει το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Κορυσχάδων.
Μπήκαμε στην αίθουσα και για λίγα δευτερόλεπτα η φαντασία έκανε αυτό που δεν μπορεί να κάνει καμία απλή χρονολογία.
Γέμισε τα καθίσματα. Έφερε πίσω πρόσωπα, ψιθύρους, διαφωνίες, φόβο και προσδοκία.
Έξω υπήρχε πόλεμος.
Μέσα, άνθρωποι προσπαθούσαν να μιλήσουν για θεσμούς, δικαιώματα και το αύριο.
Το δεύτερο αίνιγμα ήταν ακριβές.
Το σχολείο είχε γίνει, για λίγο, κάτι πολύ μεγαλύτερο από σχολείο, χωρίς οι Κορυσχάδες να πάψουν ούτε στιγμή να είναι χωριό.
Στην πίσω πλευρά του σημειώματος έγραψα τη δεύτερη λέξη.
Ελευθερία.

Το καφενείο, το τσίπουρο και η πιο δύσκολη έξοδος από πλάνο
Η Ιστορία απαιτεί συγκέντρωση.
Το παραδοσιακό καφενείο της πλατείας απαιτεί να καθίσεις.
Ανάμεσα στα δύο κέρδισε προσωρινά το καφενείο.
Σε μια φωτογραφία δεσπόζει ο Άρης Βελουχιώτης, το τσίπουρο φτάνει πριν προλάβεις να ολοκληρώσεις την ερώτηση και η κουβέντα περνά με φυσικότητα από τον πόλεμο στον καιρό, από τον καιρό στα ζώα και από τα ζώα στο αν έχουμε ντυθεί αρκετά για τη συνέχεια.
«Έχουμε εξοπλισμό», απάντησα.
Το βλέμμα του ανθρώπου απέναντι σταμάτησε πάνω στα παπούτσια μας.
Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα.
Στην Ευρυτανία η σιωπή χρησιμοποιείται και ως πρόγνωση.
Γοριανάδες και η κοιλάδα του Καρπενησιώτη: το πράσινο ανάμεσα στις μεγάλες ιστορίες
Λίγο πριν από τις Κορυσχάδες, το δάσος των Γοριανάδων ανοίγει μια διαφορετική πλευρά της περιοχής.
Μονοπάτια, έλατα, νερά και η κοιλάδα του Καρπενησιώτη υπενθυμίζουν ότι η Ευρυτανία δεν είναι μόνο τόπος ιστορικών γεγονότων. Είναι ένα τεράστιο φυσικό σύστημα που επιβάλλει τον δικό του ρυθμό.
Εδώ η κάμερα έπαψε να κυνηγά μνημεία και άρχισε να παρατηρεί λεπτομέρειες.
Νερό πάνω σε βρύα. Κλαδιά που έκοβαν το φως. Τον ήχο του ποταμού πριν εμφανιστεί ανάμεσα στα δέντρα. Ένα άλογο σε μονοπάτι δίπλα στην όχθη. Καπνό από καμινάδα που διαλυόταν μέσα στην υγρασία.
Αν το Καρπενήσι ήταν μόνο ένας χειμερινός προορισμός, όλα αυτά θα έπρεπε να περιμένουν το χιόνι για να αποκτήσουν νόημα.
Δεν περιμένουν τίποτα.
Η Ευρυτανία λειτουργεί και τις τέσσερις εποχές, απλώς αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σου ζητά να κινηθείς.
Νόστος Γεύσεων: η επιστροφή πριν ακόμη από την αναχώρηση
Στο 3ο χιλιόμετρο του δρόμου Καρπενησίου προς Προυσό, λίγο πριν η διαδρομή αρχίσει να στενεύει ανάμεσα στα βουνά, το Νόστος Γεύσεων εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή.
Το όνομα έμοιαζε σχεδόν ειρωνικό. «Νόστος» είναι ο γυρισμός, η επιστροφή στον τόπο που σε περιμένει.
Εμείς, αντίθετα, μόλις αρχίζαμε να απομακρυνόμαστε από την πόλη και να μπαίνουμε βαθύτερα στην Ποταμιά.
Καθίσαμε με τον χάρτη μισάνοιχτο στην άκρη του τραπεζιού.
Η ελληνική κουζίνα ερχόταν μπροστά μας με σύγχρονη ματιά, σαν να μας έδινε από νωρίς μία μικρή εκδοχή ολόκληρης της Ευρυτανίας: ρίζες που δεν μένουν ακίνητες, παράδοση που δεν φοβάται να αλλάξει μορφή.
Κάπου ανάμεσα στις πρώτες μπουκιές και στην επόμενη στροφή της διαδρομής, σημείωσα στο περιθώριο του χάρτη τη λέξη «επιστροφή».
Δεν ήταν ακόμη η απάντηση του πέμπτου γρίφου. Εκείνη θα ερχόταν πολύ αργότερα, μέσα από το νερό της Λίμνης Κρεμαστών.
Ήταν όμως μια πρώτη προειδοποίηση ότι ορισμένες στάσεις δεν διακόπτουν το ταξίδι.
Σου δίνουν τον λόγο να θελήσεις να το ξανακάνεις.
Σήμα Αγάπης του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» για τη Δημιουργική Γεύση που Γίνεται Επιστροφή
Νόστος Γεύσεων, (Πληροφορίες για την επιχείρηση Νόστος Γεύσεων)

Κλαυσί: η βροχή που αποκάλυψε έναν ξεχασμένο κόσμο
Στο Κλαυσί η Ιστορία δεν περίμενε να τη βρουν οι άνθρωποι.
Εμφανίστηκε μόνη της, ύστερα από καταρρακτώδη βροχή.
Το 1956, το νερό αποκάλυψε ίχνη της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του Αγίου Λεωνίδη.
Οι ανασκαφές που ακολούθησαν έφεραν στο φως ένα τρίκλιτο μνημείο, το μοναδικό ανασκαμμένο παλαιοχριστιανικό μνημείο της Ευρυτανίας, με ψηφιδωτό δάπεδο περίπου 210 τετραγωνικών μέτρων και επιγραφές δωρητών και κληρικών.
Το ψηφιδωτό χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα. Γεωμετρικά σχέδια, φυτά, πουλιά και μορφές ζώων δημιουργούν έναν ολόκληρο συμβολικό κόσμο κάτω από τα πόδια.
Ανάμεσα στα μοτίβα υπάρχουν παραστάσεις που παραπέμπουν στη χλωρίδα και την πανίδα του Νείλου, ένα απρόσμενο ίχνος ενός πολύ ευρύτερου κόσμου μέσα στην ορεινή Ρούμελη.
Πώς έφτασαν τέτοιες εικόνες εδώ;
Μέσα από καλλιτεχνικά πρότυπα, ταξίδια τεχνιτών, σχέδια που κυκλοφορούσαν από τόπο σε τόπο ή τη φαντασία ανθρώπων που δεν είχαν δει ποτέ τον ποταμό;
Η αρχαιολογία δίνει πολλά δεδομένα, αλλά δεν αφαιρεί όλο το μυστήριο.
Ακόμη και το όνομα του χωριού έχει τη δική του διπλή αφήγηση.
Η τοπική παράδοση το συνδέει με το κλάμα των επιζώντων από την κάθοδο των Γαλατών του Βρέννου το 279 π.Χ. και με την καταστροφή του αρχαίου Καλλίου.
Η ταύτιση αυτή δεν θεωρείται αποδεδειγμένη από τη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα, όμως παραμένει ένα βαθιά ριζωμένο κομμάτι της προφορικής μνήμης.
Στο Κλαυσί ο θρύλος δεν πρέπει να μεταμφιέζεται σε βεβαιότητα.
Δεν χρειάζεται.
Η αληθινή εικόνα είναι ήδη εκπληκτική: μια δυνατή βροχή άνοιξε το χώμα και αποκάλυψε έναν πολύχρωμο κόσμο δεκαπέντε αιώνων, με έναν μακρινό Νείλο κρυμμένο κάτω από τα έλατα της Ευρυτανίας.
Πράξη τρίτη: Η Ποταμιά της μνήμης και των γεύσεων
Μεγάλο Χωριό: η θέα που προηγείται του γλυκού
Η διαδρομή προς την κοιλάδα της Ποταμιάς περνά από πλαγιές, νερά και χωριά που εμφανίζονται πάνω στις στροφές σαν να έχουν τοποθετηθεί εκεί για να σε κάνουν να σταματήσεις περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει το πρόγραμμα.
Το Μεγάλο Χωριό απλώνεται σε θέση με ανοιχτή θέα προς την κοιλάδα και τα γύρω βουνά.
Πέτρινα σπίτια, κεραμοσκεπές, καλντερίμια, βρύσες και μια πλατεία που καταλαβαίνει πολύ γρήγορα τον αδύναμο χαρακτήρα κάθε ταξιδιώτη μπροστά σε ένα τοπικό γλυκό.
Εμείς είχαμε έρθει για πλάνα.
Αυτό δηλώσαμε τουλάχιστον πριν εμφανιστεί το γαλακτομπούρεκο.
Το Λαογραφικό Μουσείο Μεγάλου Χωριού κρατά εργαλεία, φορεσιές, οικιακά σκεύη, φωτογραφίες και μαρτυρίες μιας ζωής που οργανωνόταν γύρω από το βουνό, την κτηνοτροφία, το δάσος και την ανάγκη να αξιοποιείται σχεδόν καθετί.
Δεν είναι μια νοσταλγική αποθήκη παλιών αντικειμένων. Είναι ένας τρόπος να διαβάσεις πώς επιβίωσε η καθημερινότητα σε έναν τόπο όμορφο αλλά απαιτητικό.
Από εδώ η Καλιακούδα ορθώνεται απέναντι και προαναγγέλλει την πιο δύσκολη συνέχεια της διαδρομής.
Κάπου πίσω από τους ορεινούς όγκους κρυβόταν το Πάντα Βρέχει, η έκτη και τελευταία εντολή του σημειώματος.
Το βλέπαμε στον χάρτη.
Δεν είχαμε ακόμη καταλάβει τι απαιτούσε για να φτάσουμε.

Παλαιό Μικρό Χωριό: οι δεκατρείς νύχτες που μετακίνησαν το βουνό
Ο τρίτος γρίφος δεν χρειαζόταν αποκωδικοποίηση. Χρειαζόταν θάρρος για να ειπωθεί σωστά.
Το Παλαιό και το Νέο Μικρό Χωριό βρίσκονται στους πρόποδες της Χελιδόνας.
Τον Ιανουάριο του 1963, ύστερα από δεκατρία συνεχόμενα μερόνυχτα έντονης βροχής, μεγάλο τμήμα του βουνού αποκολλήθηκε και καταπλάκωσε σπίτια του παλιού οικισμού.Δεκατρείς άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.
Στην είσοδο του Παλαιού Μικρού Χωριού βρίσκεται το μνημείο τους.
Δεκατρείς ημέρες.
Δεκατρείς ζωές.
Υπάρχουν συμπτώσεις αριθμών που δεν γεννούν μυστήριο. Γεννούν βάρος. Ακολουθήσαμε τον χωματόδρομο προς τη μικρή λίμνη που δημιουργήθηκε μετά την κατολίσθηση.
Ιτιές και πλατάνια αγκαλιάζουν σήμερα το νερό και η γαλήνη του τοπίου μοιάζει σχεδόν ακατανόητη όταν γνωρίζεις πώς γεννήθηκε.
Η φύση είχε καταστρέψει.
Η ίδια φύση είχε επιστρέψει για να καλύψει την πληγή με νερό και πράσινο.
Δεν την είχε σβήσει.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1964, μπήκαν τα θεμέλια για το Νέο Μικρό Χωριό, με σχεδιασμό που συνδέεται με το γραφείο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη.
Από τότε ο τόπος ζει με δύο οικισμούς και, όπως εύστοχα λένε οι άνθρωποί του, με δύο καρδιές.
Η μία κρατά όσα χάθηκαν. Η άλλη αποδεικνύει ότι η ζωή δεν σταμάτησε στην κατολίσθηση.
Στην πλατεία, οι έξι βρύσες συνεχίζουν να τρέχουν και ο μεγάλος πλάτανος στέκει πάνω από την καθημερινότητα του χωριού.
Στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, η τοπική παράδοση συνδέει τον χώρο με την προσευχή του Μάρκου Μπότσαρη πριν από τη μάχη στο Κεφαλόβρυσο.
Στο ρολόι του καμπαναριού, τα γράμματα του ονόματος «Ελένη Σιδέρη» έχουν πάρει τη θέση των συνηθισμένων αριθμών, μια μικρή λεπτομέρεια που μετατρέπει την ώρα σε προσωπική μνήμη.
Στο παλιό σχολείο λειτουργεί το Λαογραφικό Μουσείο. Ακόμη ένα σχολείο που άλλαξε χρήση για να μη χαθούν όσα έμαθε ένας τόπος.
Έγραψα στο σημείωμα την τρίτη λέξη.
Μνήμη.
Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκα αν οι έξι γρίφοι δεν οδηγούσαν σε μέρη, αλλά σε έξι διαφορετικούς τρόπους αντίστασης.

Πράξη τέταρτη: Ο δρόμος της πίστης και τα καταφύγια του βράχου
Η θέση Κλειδί: ο δρόμος που περνά ξυστά από τον βράχο
Μετά τον Γάβρο, η διαδρομή στενεύει στη θέση Κλειδί. Ο βράχος πλησιάζει τόσο πολύ τον δρόμο, ώστε η έκφραση «περνάμε μέσα από το βουνό» παύει να είναι μεταφορά.
Χαμηλώσαμε ταχύτητα.
Χαμηλώσαμε τη μουσική, λες και αυτό θα έκανε το αυτοκίνητο στενότερο.
Και περάσαμε.
Λίγο παρακάτω, ψηλά στη βουνοπλαγιά, βρίσκεται το λεγόμενο Τύπωμα, ενώ κατά μήκος της διαδρομής προς τον Προυσό η τοπική θρησκευτική παράδοση μιλά για επτά λευκά σημάδια, τα Πατήματα της Παναγίας.
Ο τέταρτος γρίφος είχε αρχίσει να αποκαλύπτεται.

Μονή Προυσού: η εικόνα που, σύμφωνα με την παράδοση, διάλεξε τον τόπο της
Η Μονή Προυσού δεν εμφανίζεται ολόκληρη από την πρώτη στιγμή.
Την πλησιάζεις μέσα από χαράδρα, στροφές και βράχους, μέχρι που τα κτίσματά της αποκαλύπτονται πάνω στην απότομη πλαγιά, σαν να μη χτίστηκαν επάνω στον τόπο αλλά να βγήκαν από μέσα του.
Βρίσκεται περίπου τριάντα χιλιόμετρα από το Καρπενήσι και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Στερεάς Ελλάδας.
Η παράδοση αφηγείται ότι η εικόνα της Παναγίας έφτασε από την Προύσα της Μικράς Ασίας και επέλεξε τη σπηλιά όπου αργότερα αναπτύχθηκε το μοναστήρι.
Η παράδοση δεν είναι αρχαιολογική απόδειξη και δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως τέτοια.
Είναι όμως μέρος της ταυτότητας του τόπου, μια αφήγηση που ταξίδεψε από γενιά σε γενιά, μαζί με τα Πατήματα, το Τύπωμα και τη βαθιά σχέση των ανθρώπων με την Παναγία την Προυσιώτισσα.
Στο εσωτερικό, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Η πέτρα, το χαμηλό φως, τα αφιερώματα και η θέα προς τη χαράδρα δημιουργούν εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι η εξωτερική διαδρομή συνεχίζεται προς τα μέσα.
Η Μονή συνδέεται στενά και με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ο οποίος, σύμφωνα με την τοπική ιστορική παράδοση, έμεινε εδώ για μήνες αναρρώνοντας από τραυματισμό.
Στο μουσείο φυλάσσονται κειμήλια που αποδίδονται στον αγωνιστή, ενώ πάνω από τη μονή σώζονται οι πετρόκτιστοι Πύργοι του Καραϊσκάκη με τις πολεμίστρες τους.
Πίστη και αγώνας, προσευχή και άμυνα, σπηλιά και οχύρωση συνυπάρχουν στην ίδια πλαγιά.
Έγραψα την τέταρτη λέξη.
Πίστη.
Δεν χρειαζόταν να πιστεύει κανείς με τον ίδιο τρόπο για να νιώσει το βάρος του χώρου.
Αρκούσε να κοιτάξει πώς ένα μοναστήρι στάθηκε επί αιώνες πάνω από τη χαράδρα, ανάμεσα σε πολέμους, πυρκαγιές, λεηλασίες και αλλαγές εποχών.

Μαύρη Σπηλιά: το κρησφύγετο πίσω από τους καταρράκτες
Περίπου δύο χιλιόμετρα από τον Προυσό, κοντά στη γέφυρα προς τον Τόρνο, ξεκινά η διαδρομή για τη Μαύρη Σπηλιά.
Το σηματοδοτημένο μονοπάτι περνά από ξύλινα γεφυράκια, μικρούς καταρράκτες, λιμνούλες, πλατάνια και ιτιές.
Το νερό αλλάζει συνεχώς πλευρά και η βλάστηση κλείνει γύρω από τον επισκέπτη, δημιουργώντας ένα τοπίο που μοιάζει πολύ πιο απομονωμένο απ’ όσο δείχνει η απόσταση από τον δρόμο.
Η σπηλιά χρησιμοποιήθηκε ως κρησφύγετο σε δύσκολες περιόδους, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην είσοδό της διακρίνονται ίχνη οχυρωματικής κατασκευής.
Για ακόμη μία φορά, η Ευρυτανία ένωσε τη φυσική μορφολογία με την ανθρώπινη ανάγκη για επιβίωση.
Η χαράδρα δεν ήταν απλώς όμορφη. Έγινε καταφύγιο.
Πάνω από τη σπηλιά ξεκινά απαιτητική via ferrata, με μεταλλικά πατήματα και συρματόσχοινα στον βράχο.
Δεν είναι συνέχεια μιας απλής βόλτας και δεν πρέπει να επιχειρείται χωρίς ειδικό εξοπλισμό, εμπειρία και κατάλληλη καθοδήγηση.
Εμείς σταματήσαμε στο ασφαλές τμήμα της διαδρομής.
Κοίταξα τα σιδερένια πατήματα.
Κοίταξα την κάμερα.
Κοίταξα ξανά τα πατήματα.
«Ο σωστός εξερευνητής», είπα, «γνωρίζει μέχρι πού φτάνουν οι ικανότητές του».
Η αλήθεια είναι ότι οι δικές μου είχαν σταματήσει περίπου δύο στροφές νωρίτερα.
Πράξη πέμπτη: Η δοκιμασία του νερού
Προς το Πάντα Βρέχει: όταν ο χάρτης γίνεται προειδοποίηση
Ο έκτος γρίφος ήταν ο μόνος που γνωρίζαμε από την αρχή πού οδηγούσε.
Το Πάντα Βρέχει είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα φυσικά τοπία της Ευρυτανίας, ανάμεσα στις περιοχές της Ρόσκας και των Δολιανών, μέσα στο φαράγγι του Κρικελοπόταμου.
Νερά από την Καλιακούδα βρίσκουν περάσματα ψηλά στον κάθετο βράχο, διασπώνται καθώς πέφτουν και δημιουργούν ένα μόνιμο πέπλο σταγονιδίων.
Βρέχει χωρίς να βρέχει.
Ο ουρανός μπορεί να είναι καθαρός και ο βράχος να έχει τον δικό του καιρό.
Η πρόσβαση δεν είναι μια συνηθισμένη επίσκεψη σε αξιοθέατο.
Ανάλογα με τη διαδρομή και τις συνθήκες, απαιτεί κίνηση σε ορεινό και συχνά δύσκολο οδικό δίκτυο, σωστή ενημέρωση, κατάλληλο όχημα ή οργανωμένη μεταφορά και στη συνέχεια πορεία μέσα ή δίπλα στην κοίτη του ποταμού.
Η στάθμη και η δύναμη του νερού αλλάζουν. Η επίσκεψη μετά από έντονη βροχόπτωση ή σε ακατάλληλη εποχή μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Η γνώση ανθρώπων της περιοχής, ο σωστός εξοπλισμός και ο έλεγχος των συνθηκών δεν είναι υπερβολή. Είναι μέρος της διαδρομής.
Για πρώτη φορά, το σημείωμα δεν έμοιαζε να μας προκαλεί.
Έμοιαζε να μας προειδοποιεί.

Η κάμερα, το ποτάμι και η διαπραγμάτευση με τα παπούτσια
Στην κοίτη του Κρικελοπόταμου κάθε βήμα χρειάζεται προσοχή. Οι πέτρες γλιστρούν, το νερό είναι κρύο και το βάρος του εξοπλισμού αποκτά ξαφνικά προσωπικότητα.
Κράτησα την κάμερα ψηλά.
Το σακίδιο ψηλότερα.
Την αξιοπρέπειά μου όσο πιο ψηλά γινόταν.
Στην πρώτη διάσχιση, το νερό μπήκε στο ένα παπούτσι.
Στη δεύτερη, αποφάσισε να αποκαταστήσει την ισορροπία και μπήκε και στο άλλο.
«Τουλάχιστον τώρα περπατάω συμμετρικά», είπα.
Ο ήχος του ποταμού δυνάμωνε καθώς προχωρούσαμε.
Τα τοιχώματα έκλειναν, η θερμοκρασία έπεφτε και το φαράγγι άρχισε να κρύβει τον ουρανό.
Ύστερα ακούστηκε η βροχή.
Όχι πάνω από εμάς.
Μπροστά μας.
Πάντα Βρέχει: εκεί όπου ο βράχος κατασκευάζει τον δικό του ουρανό
Το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι η κίνηση. Νερό βγαίνει μέσα από το βουνό, πέφτει από μεγάλο ύψος, σπάει πάνω στον αέρα και μετατρέπεται σε αμέτρητες λεπτές σταγόνες. Βρύα και μικρά φυτά καλύπτουν τον βράχο, το φως περνά μέσα από την υγρασία και ολόκληρο το τοπίο μοιάζει να αναπνέει.
Το δεύτερο πράγμα που νιώθεις είναι το κρύο. Το τρίτο είναι ότι καμία φωτογραφία δεν εξηγεί σωστά τι συμβαίνει εκεί. Μπήκαμε κάτω από το υδάτινο πέπλο. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχαμε βραχεί περισσότερο απ’ όσο θα παραδεχόταν οποιοσδήποτε επαγγελματίας που είχε υποσχεθεί ότι είχε ελέγξει τον εξοπλισμό του.
Η κάμερα προστατεύτηκε.
Ο παρουσιαστής λιγότερο.
Και τότε, ανάμεσα στον θόρυβο του νερού, λύθηκε ο τελευταίος γρίφος.
Το Πάντα Βρέχει δεν ήταν απλώς μια εντυπωσιακή κατάληξη. Ήταν η φυσική σύνοψη ολόκληρης της Ευρυτανίας.
Νερό που βρίσκει έξοδο μέσα από την πέτρα.
Ζωή που επιμένει σε κάθε σχισμή.
Κίνηση που δεν σταματά επειδή ο δρόμος φαίνεται κλειστός.
Στην πίσω πλευρά του σημειώματος έγραψα την έκτη λέξη.
Επιμονή.
Όμως έλειπε ακόμη ο πέμπτος γρίφος.
Το γεφύρι που πνίγεται και επιστρέφει.
Για να το βρούμε, έπρεπε να αφήσουμε τα στενά φαράγγια και να κινηθούμε προς έναν ορίζοντα από νερό.
Πράξη έκτη: Η λίμνη που άλλαξε τον χάρτη
Φιδάκια: το χωριό που κοιτάζει τη λίμνη σαν μυστικό
Τα Φιδάκια βρίσκονται περίπου 25 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, σε υψόμετρο κοντά στα 960 μέτρα.
Ο δρόμος στρίβει μέσα στο δάσος, δικαιολογώντας το όνομα πριν ακόμη εμφανιστεί το χωριό.
Ο μικρός διατηρητέος οικισμός έχει πλακόστρωτα καλντερίμια, πέτρινα σπίτια, μια ήσυχη πλατεία και εκείνη τη σπάνια καθαρότητα που αποκτούν οι τόποι όταν δεν προσπαθούν να αποδείξουν τίποτα.
Δυτικά από το χωριό, στη θέση Τσαγκαράλωνα, η θέα ανοίγει προς τη Λίμνη Κρεμαστών.
Από ψηλά, οι δαντελωτές όχθες και οι καταπράσινες προεξοχές κάνουν το τοπίο να μοιάζει με ορεινό αρχιπέλαγος.
Περιμέναμε το ηλιοβασίλεμα.
Για πρώτη φορά σε ολόκληρο το ταξίδι, κανείς δεν προσπάθησε να γεμίσει τη σιωπή με πληροφορίες.
Υπάρχουν εικόνες που χρειάζονται αφήγηση.
Και υπάρχουν εικόνες που σου ζητούν να σωπάσεις για να ολοκληρωθούν.

Λίμνη Κρεμαστών: τα χωριά κάτω από το νερό
Η Λίμνη Κρεμαστών δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1960 με την κατασκευή του φράγματος και αποτελεί τη μεγαλύτερη τεχνητή λίμνη της Ελλάδας.
Στα νερά της ενώνονται ο Αχελώος, ο Αγραφιώτης, ο Ταυρωπός και ο Τρικεριώτης, δημιουργώντας μια επιφάνεια περίπου 81 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Η ομορφιά της έχει όμως ένα βυθισμένο τίμημα.
Χωριά, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, πηγές, δρόμοι και εκκλησίες χάθηκαν κάτω από το νερό ή εγκαταλείφθηκαν καθώς άλλαζε για πάντα η γεωγραφία της περιοχής.
Ο παλιός ναός της Επισκοπής βρίσκεται σήμερα στον βυθό, ενώ η μνήμη του ανασυντίθεται ψηφιακά στο Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Ευρυτανίας.
Η λίμνη είναι ταυτόχρονα έργο, τοπίο, ενεργειακή υποδομή και μεγάλη ανθρώπινη μετακίνηση.
Δεν χωρά σε μία εύκολη λέξη.
Και κάπου στην κοίτη του Αγραφιώτη βρίσκεται το γεφύρι του Μανώλη.
Καρπενήσι αξιοθέατα | Το γεφύρι που αρνείται να εξαφανιστεί
Το μονότοξο πέτρινο γεφύρι χρονολογείται, σύμφωνα με την εντοιχισμένη επιγραφή του, από το 1659.
Ανάλογα με τη στάθμη της λίμνης, μπορεί να καλύπτεται από το νερό και αργότερα να εμφανίζεται ξανά.
Πνίγεται.
Και επιστρέφει.
Δεν είναι πάντοτε ορατό ούτε πρέπει κανείς να θεωρεί δεδομένη ή ασφαλή την προσέγγισή του.
Η κατάσταση εξαρτάται από τη στάθμη, την εποχή και τις τοπικές συνθήκες.
Ως εικόνα, όμως, είναι συγκλονιστικό.
Ένα γεφύρι φτιάχτηκε για να ενώνει δύο όχθες.
Αιώνες αργότερα, το νερό άλλαξε τον χάρτη, σκέπασε τις διαδρομές και μετέτρεψε το πέρασμα σε βυθισμένη μνήμη.
Κι όμως, όταν η στάθμη πέφτει, η πέτρινη καμάρα εμφανίζεται ξανά.
Ο πέμπτος γρίφος είχε λυθεί τελευταίος.
Στο χαρτί έγραψα τη λέξη που έλειπε.
Επιστροφή.
Οι έξι λέξεις του Καρπενησίου
Άπλωσα το σημείωμα πάνω στο καπό.
Θυσία.
Ελευθερία.
Μνήμη.
Πίστη.
Επιστροφή.
Επιμονή.
Δεν ήταν τυχαίες απαντήσεις σε έναν ταξιδιωτικό γρίφο.
- Ήταν έξι τρόποι με τους οποίους η Ευρυτανία είχε επιβιώσει.
- Στο Κεφαλόβρυσο, ένας άνθρωπος έδωσε τη ζωή του σε μια μάχη που έπρεπε να κερδηθεί.
- Στις Κορυσχάδες, ένα σχολείο έγινε χώρος πολιτικής ελευθερίας μέσα στην Κατοχή.
- Στο Μικρό Χωριό, μια κοινότητα στάθηκε ξανά όρθια μετά την καταστροφή.
- Στον Προυσό, η πίστη ρίζωσε πάνω σε έναν βράχο και συνδέθηκε με αγώνες, προσφυγιά και παράδοση.
- Στη λίμνη, ένα πέτρινο γεφύρι επιστρέφει από το νερό για να θυμίζει έναν παλιό χάρτη.
Και στο Πάντα Βρέχει, το νερό βρίσκει για πάντα δρόμο μέσα από την πέτρα.
Τότε κατάλαβα γιατί ο φάκελος δεν περιείχε χάρτη.
Ο χάρτης ήταν ολόκληρος ο τόπος.

Η γεύση της Ευρυτανίας: όταν η περιπέτεια επιστρέφει στο τραπέζι
Κανένα οδοιπορικό στο Καρπενήσι δεν ολοκληρώνεται μόνο με τοπία.
Η γαστρονομία της Ευρυτανίας είναι δεμένη με το κρύο, την κτηνοτροφία, τα δάση, τα ποτάμια και την ανάγκη των ανθρώπων να διατηρούν την τροφή για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Για να καταλάβεις όμως πώς φτάνει αυτή η γεύση στο τραπέζι, πρέπει να κοιτάξεις πριν από το πιάτο.
Στο Κρεοπωλείο του Μαυραγάνη Γιάννη, η διαδρομή από την εκτροφή και την επιλογή της πρώτης ύλης μέχρι το κρεοπωλείο της πόλης εξηγεί γιατί η γαστρονομία δεν ζει μόνο στις συνταγές.
Ζει και στη συνέχεια μιας οικογενειακής δουλειάς που μετρά περισσότερες από επτά δεκαετίες.
Οι πίτες εμφανίζονται με διαφορετικές γεμίσεις και τεχνικές, από χόρτα και τυριά μέχρι κολοκύθα.
Η μουτζωτή, ένα ιδιαίτερο είδος τοπικής τυρόπιτας, κρατά ακόμη και στο όνομά της τον αυθόρμητο χαρακτήρα της σπιτικής κουζίνας.
Οι κολοκυθοανθοί, τα άγρια χόρτα, τα φασόλια και τα μαγειρευτά συνδέουν το τραπέζι με τον μικρό κήπο και την εποχή.
Η πέστροφα έχει ισχυρή παρουσία γύρω από τον Γάβρο και το Κεφαλόβρυσο, ενώ τα κρέατα, τα λουκάνικα και τα αλλαντικά του Προυσού, με πιο χαρακτηριστικό το προσούτο Προυσού, κουβαλούν την τεχνική της ωρίμανσης και του καπνίσματος.
Ντόπια τυριά, τραχανάς, μέλι, καρύδια, κάστανα, μανιτάρια, μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού από δασικούς καρπούς συμπληρώνουν την εικόνα.
Ξεχωριστή θέση έχει και το Μούρο, το δυνατό απόσταγμα από μαύρα μούρα, μαζί με το τσίπουρο και το αρωματικό τσάι του βουνού.
Είναι γεύσεις που δεν γεννήθηκαν για να μπουν σε τουριστικό ράφι.
Γεννήθηκαν επειδή οι άνθρωποι αξιοποιούσαν ό,τι τους έδινε ο τόπος και έμαθαν να μετατρέπουν την εποχή σε απόθεμα για τον χειμώνα.
Και επειδή το ευρυτανικό τραπέζι δεν τελειώνει στο πιάτο, η Cava Markis συμπληρώνει την άλλη πλευρά του: ό,τι περνά στο ποτήρι, ό,τι προσφέρεται ως δώρο και ό,τι μένει στη μέση μιας παρέας για να παρατείνει την κουβέντα.
Η φιάλη που είχαμε κρατήσει κλειστή στην αρχή της αποστολής ταξίδευε ακόμη μαζί μας.
Είχαμε πλέον αποφασίσει πότε θα την ανοίγαμε: όταν θα βρίσκαμε τη λέξη που έλειπε από τον φάκελο.
Το τσίπουρο δεν λειτουργεί απλώς ως ποτό υποδοχής.
Λειτουργεί ως άδεια για να αρχίσει η κουβέντα.
Και η κουβέντα στην Ευρυτανία σπάνια τελειώνει εκεί όπου ξεκίνησε.
Μπορεί να αρχίσει από τον καιρό, να περάσει σε μια παλιά χιονόπτωση, να θυμηθεί ένα μουλάρι που γνώριζε μόνο του τον δρόμο για τον Προυσό και να καταλήξει σε μια οικογενειακή συνταγή που «δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο», εκτός από το γεγονός ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να την πετύχει ακριβώς ίδια.
.
Καρπενήσι όλο τον χρόνο: τέσσερις εποχές, τέσσερις διαφορετικές ιστορίες
Το Καρπενήσι έχει συνδεθεί έντονα με τον χειμώνα, το χιόνι, τα τζάκια και το χιονοδρομικό κέντρο.
Είναι μια δίκαιη εικόνα, αλλά όχι ολόκληρη.
Τον χειμώνα το Βελούχι, η πόλη και τα χωριά αποκτούν την ατμόσφαιρα που έκανε την περιοχή διάσημη.
Οι μετακινήσεις, όμως, χρειάζονται έλεγχο καιρού, αντιολισθητικό εξοπλισμό όπου απαιτείται και ρεαλιστικό πρόγραμμα.
Την άνοιξη, τα νερά και η βλάστηση βρίσκονται σε έξαρση.
Τα μονοπάτια γεμίζουν χρώμα, αλλά η αυξημένη ροή των ποταμών μπορεί να περιορίζει ή να καθιστά επικίνδυνες ορισμένες διασχίσεις.
Το καλοκαίρι ευνοεί τις ορεινές διαδρομές, το rafting και το kayak όπου οργανώνονται νόμιμα και με υπεύθυνους συνοδούς, τις επισκέψεις στα χωριά και, υπό σωστές συνθήκες, την προσέγγιση στο Πάντα Βρέχει.
Η δροσιά των φαραγγιών δεν καταργεί τον κίνδυνο από ξαφνικές μεταβολές του καιρού ή τη δύναμη του νερού.
Το φθινόπωρο είναι ίσως η πιο κινηματογραφική περίοδος.
Τα δάση αλλάζουν χρώμα, η γη μυρίζει βροχή και οι διαδρομές αποκτούν μια ιδιαίτερη ηρεμία που ταιριάζει στο ύφος ενός αργού οδοιπορικού.
Δεν υπάρχει μία καλύτερη εποχή για όλους.
Υπάρχει η εποχή που ταιριάζει σε αυτό που θέλεις να ζήσεις.
Πώς να οργανώσετε την περιπέτεια χωρίς να υποτιμήσετε το βουνό
Το Καρπενήσι μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για πολλές εξορμήσεις, όμως οι αποστάσεις στον ορεινό χάρτη δεν μεταφράζονται πάντα σε αντίστοιχους χρόνους.
Οι στροφές, ο καιρός, η κατάσταση του οδοστρώματος και οι στάσεις αλλάζουν το πρόγραμμα.
Για την πόλη, το Κεφαλόβρυσο, τις Κορυσχάδες και τα κοντινά χωριά μπορεί να οργανωθεί μια πρώτη, σχετικά ήπια διαδρομή.
Η κοιλάδα της Ποταμιάς, το Μεγάλο και το Μικρό Χωριό και ο Γάβρος αξίζουν ξεχωριστό χρόνο.
Η Μονή Προυσού και η Μαύρη Σπηλιά μπορούν να συνδυαστούν μόνο με ρεαλιστικό υπολογισμό και προσοχή.
Το Πάντα Βρέχει δεν πρέπει να στριμώχνεται ως ακόμη μία σύντομη στάση σε γεμάτη ημέρα.
Πριν από δύσκολες φυσικές διαδρομές χρειάζεται ενημέρωση από ανθρώπους που γνωρίζουν την τρέχουσα κατάσταση, κατάλληλα παπούτσια και ρούχα, νερό, προστασία του εξοπλισμού και αποφυγή της λογικής «αφού φτάσαμε ως εδώ, συνεχίζουμε οπωσδήποτε».
Το βουνό δεν προσβάλλεται αν γυρίσεις πίσω.
Αντίθετα, συχνά σε περιμένει την επόμενη φορά.

Συχνές ερωτήσεις για το Καρπενήσι και την Ευρυτανία
Ποια είναι τα σημαντικότερα αξιοθέατα στο Καρπενήσι;
Στην πόλη ξεχωρίζουν η κεντρική πλατεία, ο μητροπολιτικός ναός της Αγίας Τριάδας, το Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Ευρυτανίας και το Μουσείο Βουνού.
Σε μικρή απόσταση βρίσκονται το Κεφαλόβρυσο με τα μνημεία του Μάρκου Μπότσαρη και οι ιστορικές Κορυσχάδες με το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης.
Ποια χωριά αξίζει να επισκεφθεί κάποιος γύρω από το Καρπενήσι;
Οι Κορυσχάδες, οι Γοριανάδες, το Μεγάλο Χωριό, το Παλαιό και το Νέο Μικρό Χωριό, ο Γάβρος, ο Προυσός και τα Φιδάκια δημιουργούν μια πλούσια πρώτη διαδρομή.
Περισσότερος χρόνος επιτρέπει εξερεύνηση προς Κρίκελλο, Δομνίστα, Τόρνο, Φουρνά και τα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ευρυτανίας.
Πού βρίσκεται το Πάντα Βρέχει;
Το φαράγγι Πάντα Βρέχει βρίσκεται στον Κρικελοπόταμο, ανάμεσα στις περιοχές Ρόσκας και Δολιανών, νότια του Καρπενησίου.
Η πρόσβαση είναι απαιτητική και εξαρτάται από τη διαδρομή, το όχημα, τη στάθμη του νερού και τις καιρικές συνθήκες.
Συνιστάται οργανωμένη προσέγγιση με έμπειρους ανθρώπους της περιοχής.
Είναι εύκολη η διαδρομή για τη Μαύρη Σπηλιά;
Το βασικό σηματοδοτημένο μονοπάτι περνά από όμορφο φυσικό τοπίο με γεφυράκια και καταρράκτες, αλλά χρειάζεται προσοχή λόγω υγρασίας και ολισθηρών σημείων.
Η via ferrata πάνω από τη σπηλιά είναι τεχνική δραστηριότητα και δεν πρέπει να επιχειρείται χωρίς ειδικό εξοπλισμό και εμπειρία.
Τι συνέβη στο Παλαιό Μικρό Χωριό;
Τον Ιανουάριο του 1963, ύστερα από δεκατρία μερόνυχτα συνεχούς βροχής, κατολίσθηση από το βουνό κατέστρεψε μεγάλο μέρος του χωριού και κόστισε τη ζωή σε δεκατρείς κατοίκους.
Σήμερα υπάρχει μνημείο των θυμάτων και μικρή λίμνη που δημιουργήθηκε μετά το γεγονός.
Γιατί είναι ιστορικές οι Κορυσχάδες;
Στο παλιό δημοτικό σχολείο των Κορυσχάδων συνεδρίασε τον Μάιο του 1944 το Εθνικό Συμβούλιο της Ελεύθερης Ελλάδας.
Το κτίριο στεγάζει σήμερα το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τόπους νεότερης ιστορικής μνήμης στην Ευρυτανία.
Τι αξίζει να δει κάποιος στη Μονή Προυσού;
Πέρα από το καθολικό και την εικόνα της Παναγίας Προυσιώτισσας, ενδιαφέρον παρουσιάζουν το μουσείο με τα θρησκευτικά και ιστορικά κειμήλια, οι συνδέσεις με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, οι πέτρινοι πύργοι πάνω από τη μονή και ο εντυπωσιακός τρόπος με τον οποίο το μοναστηριακό συγκρότημα εντάσσεται στον βράχο.
Πότε είναι η καλύτερη εποχή για το Καρπενήσι;
Ο χειμώνας είναι ιδανικός για χιόνι και χειμερινές δραστηριότητες, η άνοιξη για νερά και ανθισμένη φύση, το καλοκαίρι για χωριά και οργανωμένες υπαίθριες εμπειρίες και το φθινόπωρο για δάση, πεζοπορία και κινηματογραφικά τοπία.
Η επιλογή εξαρτάται από τις δραστηριότητες και τις πραγματικές συνθήκες πρόσβασης.
Τι τοπικές γεύσεις πρέπει να δοκιμάσει ο επισκέπτης;
Αξίζει να δοκιμάσει πίτες και τη ντόπια μουτζωτή, πέστροφα, κρέατα, λουκάνικα και αλλαντικά Προυσού, τοπικά τυριά, μέλι, καρύδια, κάστανα, μανιτάρια, μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού από φρούτα και καρπούς της περιοχής.
Η έβδομη λέξη δεν ήταν γραμμένη στον φάκελο
Όταν οι ορεινές διαδρομές τελείωσαν, η τελευταία μας στάση δεν ήταν μνημείο, φαράγγι ή χωριό.
Ήταν η φωτισμένη πόλη.
DIVINE CAFE & COCTAIL BAR: ο σύγχρονος παλμός μετά τη σιωπή του βουνού
Στη Ζηνοπούλου 4, το DIVINE CAFE κρατούσε ακόμη τον ρυθμό του Καρπενησίου ζωντανό.
Καθίσαμε με λάσπη στα παπούτσια, κάρτες μνήμης γεμάτες και τον χάρτη διπλωμένο τόσες φορές, ώστε είχε πάψει να θυμίζει γεωγραφία.
Γύρω μας η βραδινή κουβέντα συνεχιζόταν κανονικά, σαν να μην υπήρχαν λίγα χιλιόμετρα μακριά βυθισμένα χωριά, κρυφές σπηλιές και ένα φαράγγι που κατασκεύαζε τη δική του βροχή.
Αυτό ήταν ίσως το τελευταίο μάθημα της διαδρομής.
Το Καρπενήσι δεν είναι μόνο η βάση από την οποία φεύγεις για να δεις την Ευρυτανία.
Είναι μια ζωντανή πόλη στην οποία επιστρέφεις, για έναν καφέ, ένα ποτό, ένα γλυκό, μια συζήτηση που αρνείται να τελειώσει επειδή έκλεισε η κάμερα. (Πληροφορίες για την επιχείρηση DIVINE CAFE & COCTAIL BAR)

Σήμα Αγάπης για τον Σύγχρονο Παλμό του Καρπενησίου
DIVINE CAFE, Ζηνοπούλου 4, Καρπενήσι.
Απλώσαμε στο τραπέζι τις έξι λέξεις του φακέλου και, δίπλα τους, γράψαμε τις επτά στάσεις που είχαν μπει στην ιστορία χωρίς να αποτελούν κανέναν από τους γρίφους.
Το Mountain House μάς έδωσε σταθερό σημείο επιστροφής. Η Cava Markis φρόντισε όσα θα συνόδευαν την παρέα στο τέλος της ημέρας.
Οι Αφοί Μαυραγάνη μάς έδειξαν ότι η τοπική γεύση αρχίζει πολύ πριν από την κουζίνα. Τα Ενεργειακά Τζάκια Γκορόγιας αποκάλυψαν πως η ζεστασιά στο βουνό είναι γνώση και προνοητικότητα.
Το Νόστος Γεύσεων έκανε την επιστροφή υπόσχεση πριν ακόμη φύγουμε.
Και το DIVINE CAFE μας θύμισε ότι, όταν σκοτεινιάζουν οι πλαγιές, η πόλη συνεχίζει να αναπνέει.
Επτά διαφορετικές δουλειές, επτά διαφορετικές πόρτες και μία κοινή αλήθεια: ένας τόπος δεν μένει ζωντανός μόνο από τα μνημεία και τα τοπία του.
Μένει ζωντανός από εκείνους που ανοίγουν κάθε πρωί, ανάβουν μια φωτιά, φροντίζουν την πρώτη ύλη, στρώνουν ένα τραπέζι και δίνουν στον ταξιδιώτη έναν λόγο να ξαναγυρίσει.
Κάτω από τις έξι λέξεις έγραψα τότε και μία έβδομη.
Φιλοξενία.
Δεν ήταν ένας ακόμη γρίφος.
Ήταν η ανθρώπινη απάντηση σε όλους τους προηγούμενους.
Καρπενήσι αξιοθέατα: Δεν βρήκαμε έναν τόπο που κρυβόταν. Βρήκαμε έναν τόπο που φύλαγε
Λίγο αργότερα, περπατήσαμε ως την πλατεία του Καρπενησίου.
Το Βελούχι είχε χαθεί μέσα στα σύννεφα και η πλατεία είχε αδειάσει.
Το νερό συνέχιζε να τρέχει από τη βρύση με το λιοντάρι, σαν να μην είχε καμία σημασία αν εμείς λύσαμε τους γρίφους ή όχι.
Άνοιξα για τελευταία φορά τον καφέ φάκελο.
Τώρα το χαρτί ήταν τσαλακωμένο, βρεγμένο στις άκρες από τον Κρικελοπόταμο και γεμάτο δικές μας σημειώσεις.
Δίπλα στις έξι αρχικές φράσεις υπήρχαν έξι απαντήσεις, αλλά το ταξίδι είχε προσθέσει πολύ περισσότερα.
- Τη σιωπή στο Κεφαλόβρυσο.
- Τα ξύλινα θρανία στις Κορυσχάδες.
- Τα δεκατρία ονόματα στο Μικρό Χωριό.
- Το φως μέσα στη σπηλιά του Προυσού.
- Το νερό που έκρυψε χωριά και άφησε ένα γεφύρι να επιστρέφει.
- Τη βροχή που δεν έπεφτε από τον ουρανό, αλλά γεννιόταν μέσα από τον βράχο.
Τότε κατάλαβα την τελευταία πρόταση του σημειώματος. Αυτός ο τόπος δεν έμαθε ποτέ να παραδίδεται. Όχι επειδή δεν πληγώθηκε. Αλλά επειδή κάθε φορά βρήκε έναν τρόπο να κρατήσει κάτι όρθιο.
Έναν άνθρωπο στη μνήμη.
Ένα σχολείο στην Ιστορία.
Ένα χωριό στη ζωή.
Μια εικόνα στον βράχο.
Ένα γεφύρι κάτω από το νερό.
Και μια σταγόνα στον αέρα.
Φύγαμε με βρεγμένα παπούτσια, γεμάτες κάρτες μνήμης, άδειες μπαταρίες και την αίσθηση ότι δεν είχαμε επισκεφθεί απλώς έναν ακόμη ορεινό προορισμό.
Είχαμε περάσει μέσα από έναν τόπο που φύλαγε την Ελλάδα του σε έξι λέξεις και σε μία έβδομη που κανένας φάκελος δεν είχε προβλέψει.
Θυσία. Ελευθερία. Μνήμη. Πίστη. Επιστροφή. Επιμονή.
Και γύρω από όλες τις άλλες, Φιλοξενία.
Όταν επιστρέψαμε στο Mountain House, η φιάλη που είχαμε διαλέξει στη Cava Markis έπαψε επιτέλους να ταξιδεύει κλειστή.
Δεν κάναμε πρόποση επειδή νικήσαμε το βουνό. Κανείς δεν νικά ένα βουνό.
Κάναμε πρόποση στους ανθρώπους που μας έδωσαν έναν ασφαλή λόγο να φύγουμε το πρωί και έναν ζεστό λόγο να επιστρέψουμε το βράδυ.
Και λίγο πριν κλείσει η κάμερα, κοίταξα το Βελούχι που μόλις διακρινόταν πίσω από τα σύννεφα.
«Τελικά», είπα, «το σήμα δεν χάθηκε στον δρόμο για το Καρπενήσι».
«Εμείς χαθήκαμε για λίγο από όλα τα υπόλοιπα. Και μάλλον αυτό ακριβώς χρειαζόμασταν».
Αχ Ελλάδα, σ’ αγαπώ!
Οι άνθρωποι πίσω από το ταξίδι – Αφιέρωμα Καρπενήσι
- Παρουσίαση: Μιχάλης Κοντιζάς.
- Ρεπορτάζ: Αλέξανδρος Μπαλογιάννης.
- Κείμενα και Social Media: Ομάδα Magic Lamp.
- Επιμέλεια: Σταυρούλα Αθανασάκου.
- Εικονοληψία: Μπάμπης Λύκος.
- Διαχείριση καταχωρήσεων: Απόστολης Κοντιζάς.
- Μοντάζ – Γραφιστικά: Τριανταφύλλου Βαγγέλης
- Επικοινωνία: Γερονικολός – Αντωνιάδης – Λαμπριανίδης
- Προγραμματιστής : Βασίλης Πέτας
- Παραγωγή: Magic Lamp Advertising 360°.


Μαργαρίτα
Συγχαρητήρια