

Καστοριά Αφιέρωμα: Η λίμνη που θυμάται τα ονόματα
Καστοριά Αφιέρωμα | Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ με τον Μιχάλη Κοντιζά : Το πλάνο που ήταν όμορφο, αλλά δεν έλεγε ακόμη όλη την αλήθεια. Η πρώτη λήψη μοιάζει σχεδόν έτοιμη πριν προλάβουμε να στήσουμε την κάμερα. Το φως πέφτει πάνω στο νερό, οι στέγες ανεβαίνουν στην πλαγιά και η Καστοριά καθρεφτίζεται στη λίμνη με εκείνη την ηρεμία που σε κάνει να ξεχνάς πόσες ώρες πέρασες στον δρόμο. Σταματάμε. Κανείς δεν βιάζεται να μιλήσει. Για λίγο, ακόμη και οι άνθρωποι που ταξιδεύουν για να καταγράψουν εικόνες θέλουν απλώς να κοιτάξουν.
Παίρνουμε το πρώτο πλάνο και το ξαναβλέπουμε στην οθόνη. Είναι από αυτά που μπορούν να ανοίξουν ένα αφιέρωμα χωρίς πολλές εξηγήσεις. Έχει φως, χρώμα, βάθος, μια πόλη που αγκαλιάζει το νερό. Κι όμως, όσο το παρατηρώ, αισθάνομαι ότι κάτι λείπει. Βλέπω τα σπίτια, αλλά όχι τις ζωές που πέρασαν από μέσα τους. Βλέπω μια όμορφη επιφάνεια και αναρωτιέμαι τι υπάρχει πίσω της.
Καστοριά αξιοθέατα : Μπορεί άραγε μια εικόνα να χωρέσει ολόκληρη την Καστοριά;
Την ερώτηση την κάνω περισσότερο στον εαυτό μου, αλλά η ομάδα την ακούει. Κάποιος κοιτάζει τις γεμάτες τσάντες του εξοπλισμού και χαμογελά. Αν χρειαστούν περισσότερες εικόνες, είμαστε προετοιμασμένοι. Για τις ιστορίες που θα συναντήσουμε, όμως, κανείς δεν ξέρει ακόμη αν έχουμε αφήσει αρκετό χώρο.
Ανοίγω το σημειωματάριο. Αντί για έναν κατάλογο αξιοθέατων, γράφω μια μικρή αποστολή: να αναζητήσουμε τους ανθρώπους πίσω από την αντανάκλαση. Εκείνους που έχτισαν, εργάστηκαν, προσευχήθηκαν, ταξίδεψαν, φωτογραφήθηκαν. Εκείνους που επέστρεψαν και εκείνους των οποίων η απουσία έμεινε για πάντα μέσα στην πόλη.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη ότι η διαδρομή θα μας οδηγήσει σε ξύλα που κρατούν τη χρονολογία τους, σε μια μελωδία που δεν μπορούμε πια να ακούσουμε, σε ένα όνομα κρυμμένο στην ιστορία μιας τοιχογραφίας και σε φωτογραφίες που διασώθηκαν επειδή κάποιος κατάλαβε την αξία τους. Ούτε ότι η πιο δύσκολη ανακάλυψη θα είναι να καταλάβουμε πότε πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε.
Προς το παρόν, έχουμε μια πολύ πιο απλή εκκρεμότητα. Να αφήσουμε τις αποσκευές και να βρούμε τη βάση μας. Γιατί η περιέργεια είναι απαραίτητη σε ένα ταξίδι, αλλά μετά από ώρες μετακίνησης βοηθά αρκετά και το να ξέρεις πού θα κοιμηθείς.

Καστοριά Αφιέρωμα | EUROPA HOTEL: το ορμητήριό μας πριν ανοίξουν οι ιστορίες
Στο EUROPA HOTEL του Θοδωρή Καλαϊτζίδη, η άφιξη έχει εκείνη την ευχάριστη αναστάτωση που συνοδεύει κάθε ταξιδιωτική παραγωγή. Αποσκευές ανοίγουν, τσάντες αλλάζουν χέρια και οι φορτιστές εμφανίζονται πριν ακόμη τακτοποιηθούν τα ρούχα. Αν κάποιος παρακολουθούσε μόνο τα πρώτα λεπτά, θα πίστευε ότι ήρθαμε για να εγκαταστήσουμε έναν μικρό τηλεοπτικό σταθμό.
Η υποδοχή του Θοδωρή μάς βοηθά να βγούμε από τον ρυθμό της μετακίνησης. Τακτοποιούμαστε, παίρνουμε μια ανάσα και αρχίζουμε να αισθανόμαστε ότι φτάσαμε πραγματικά. Η πόλη μπορεί πλέον να περιμένει λίγο. Έχουμε τον χώρο να οργανωθούμε και, κυρίως, την άνεση ότι δεν χρειάζεται να τα προλάβουμε όλα πριν από την αναχώρηση.
Το EUROPA γίνεται η βάση των γυρισμάτων και των εξορμήσεών μας. Εδώ θα συγκεντρώνουμε το υλικό, θα ελέγχουμε τις λήψεις και θα αποφασίζουμε πού χρειάζεται να επιστρέψουμε. Οι κάμερες γεμίζουν εύκολα με εικόνες. Το δυσκολότερο είναι να διακρίνεις ποιες από αυτές έχουν μια ιστορία που αξίζει να ακολουθήσεις περισσότερο.
Απλώνουμε τις σημειώσεις και βάζουμε σε σειρά το πρώτο πρωινό. Το Δισπηλιό προηγείται. Ύστερα οι εκκλησίες, η παραλίμνια διαδρομή και οι παλιές γειτονιές. Αφήνουμε σκόπιμα κενά ανάμεσα στις στάσεις. Θέλουμε να υπάρχει χρόνος για μια κουβέντα που θα κρατήσει περισσότερο, για μια λεπτομέρεια που δεν είχαμε προβλέψει, για εκείνη την παράκαμψη που μπορεί να αλλάξει την ημέρα.
Η λογική λέει ότι τώρα πρέπει να ξεκουραστούμε. Κλείνω το σημειωματάριο, κοιτάζω τους υπόλοιπους και ετοιμάζομαι να συμφωνήσω. Αντί γι’ αυτό, ακούω τον εαυτό μου να λέει: «Μια μικρή βόλτα στη λίμνη πριν κοιμηθούμε;» Κανείς δεν διαφωνεί. Προφανώς, σε αυτή την ομάδα η λέξη «ξεκούραση» έχει αρκετά ελαστική ερμηνεία. (ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ EUROPA HOTEL)

Η πρώτη νύχτα στη λίμνη: τρεις στροφές, ένα χαμένο πλάνο και μια υπόσχεση
Κατεβαίνουμε προς το νερό έχοντας αφήσει τον περισσότερο εξοπλισμό στο ξενοδοχείο. Θέλουμε μια βόλτα, όχι ολόκληρο γύρισμα. Μία κάμερα, λίγη ώρα και επιστροφή. Πρόκειται για μια εξαιρετική συμφωνία, η οποία αρχίζει να καταρρέει μόλις βλέπουμε τις πρώτες φωτισμένες προσόψεις να καθρεφτίζονται στη λίμνη.
Η νυχτερινή Καστοριά έχει διαφορετικό βάθος. Τα σπίτια δεν φαίνονται όλα το ίδιο· μερικά χάνονται στη σκιά, άλλα ξεχωρίζουν από ένα παράθυρο ή ένα φως στην είσοδο. Οι αντανακλάσεις τεντώνονται πάνω στο νερό και διαλύονται με το παραμικρό αεράκι. Στήνουμε την κάμερα, περιμένουμε και ανακαλύπτουμε ότι το ωραιότερο πλάνο δεν υπακούει πάντα στον άνθρωπο που το ζητά.
Μόλις ετοιμάζομαι να μιλήσω, ακούγονται βήματα και μια παρέα περνά γελώντας πίσω μας. Σταματάμε για να πάρουμε ξανά τη λήψη. Ύστερα σκέφτομαι ότι ίσως το λάθος να ήταν δικό μας. Ζητάμε από μια ζωντανή πόλη να σωπάσει για να χωρέσει στην εικόνα που σχεδιάσαμε. Αφήνουμε την επόμενη λήψη να κρατήσει τις φωνές. Το αποτέλεσμα έχει περισσότερη ζωή από το άψογο πλάνο που περιμέναμε.
Περπατάμε λίγο ακόμη και μπαίνουμε στα στενά. Ένα φωτισμένο άνοιγμα τραβά την προσοχή, μια ξύλινη πόρτα μάς καθυστερεί, μια στροφή αποκαλύπτει άλλη θέα προς το νερό. Η βόλτα αποκτά τον χαρακτήρα μικρής εξερεύνησης. Δεν συμβαίνει κάτι θεαματικό. Απλώς, κάθε λίγα μέτρα βρίσκουμε έναν λόγο να μη γυρίσουμε ακόμη.
Σε ένα σημείο, ένα μακρινό φως μάς φαίνεται ιδανικό για την επόμενη λήψη. Πηγαίνουμε προς τα εκεί και η εικόνα αλλάζει. Από κοντά δεν είναι αυτό που περιμέναμε. Γυρίζουμε πίσω και βρίσκουμε το καλύτερο πλάνο στην αντίθετη κατεύθυνση. Η πρώτη μικρή ανατροπή του ταξιδιού μάς χαρίζει και ένα μάθημα: άλλο πράγμα αυτό που φαίνεται από μακριά κι άλλο ό,τι ανακαλύπτεις πλησιάζοντας.
Κάπου εκεί τίθεται το ζήτημα της επιστροφής. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ήρθαμε από αριστερά. Ένας συνεργάτης θυμάται δεξιά. Ο τρίτος υποστηρίζει ότι έχουμε ήδη περάσει από εδώ. Δεν έχουμε χαθεί· διαθέτουμε απλώς τρεις διαφορετικές, απολύτως βέβαιες εκδοχές της ίδιας διαδρομής. Ο χάρτης λύνει τη διαφωνία χωρίς να δικαιώσει ιδιαίτερα κανέναν.
Το κρύο έχει αρχίσει να περνά μέσα από το μπουφάν. Σηκώνω τον γιακά και βάζω τα χέρια στις τσέπες όσο περιμένουμε την τελευταία λήψη. Αυτή τη φορά η υπόσχεση είναι συγκεκριμένη: πριν από την επόμενη βραδινή εξόρμηση, θα φροντίσω να είμαι πιο ζεστά ντυμένος. Δεν γνωρίζω ακόμη ότι αυτή η μικρή ανάγκη θα μας οδηγήσει σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις του αφιερώματος.
Επιστρέφουμε στο EUROPA αργότερα απ’ όσο υπολογίζαμε. Οι κάρτες έχουν γεμίσει και η πρώτη εικόνα της Καστοριάς έχει ήδη αποκτήσει ήχους, κίνηση και μια ιστορία που δεν υπήρχε στο πρόγραμμα. Πριν κοιμηθούμε, βάζουμε ξυπνητήρι. Για το πρωί έχουμε συμφωνήσει μια στάση στην οποία, αυτή τη φορά, κανείς δεν σκοπεύει να αργήσει.

Δισπηλιό: το πρώτο μυστικό δεν ήταν κάτω από μια πέτρα, αλλά μέσα στη λάσπη
Φτάνοντας στο Δισπηλιό, χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε. Το τοπίο δεν μας προσφέρει ένα επιβλητικό παλάτι ή μια πύλη που θα μας δείξει αμέσως το μεγαλείο του. Μας ζητά να σταθούμε σε υλικά ταπεινά: ξύλο, χώμα, καλάμι. Εκεί βρίσκεται η πρώτη ουσιαστική ανατροπή της ημέρας. Η ιστορία μπορεί να διατηρείται σε κάτι που θα προσπερνούσες χωρίς δεύτερη σκέψη.
Το 1932, όταν η στάθμη της λίμνης υποχώρησε, εμφανίστηκαν υπολείμματα ξύλινων πασσάλων. Η συστηματική ανασκαφή άρχισε το 1992 και έφερε στο φως έναν εκτεταμένο νεολιθικό οικισμό. Εργαλεία, αγγεία και κατάλοιπα της διατροφής των κατοίκων άνοιξαν έναν δρόμο προς τη γεωργία, την κτηνοτροφία, το ψάρεμα και την καθημερινή τους ζωή.
Περπατάμε στην αναπαράσταση του οικισμού και προσπαθούμε να φανταστούμε τις κατασκευές ως κατοικίες, όχι ως αξιοθέατα. Οι καλύβες που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης είναι ανακατασκευές, ένας τρόπος να γίνει πιο κατανοητό το αρχαιολογικό εύρημα. Πίσω από την εικόνα τους βρίσκεται η ανάγκη κάποιου να στερεώσει μια στέγη, να προστατέψει την τροφή και να δημιουργήσει έναν χώρο για την οικογένειά του.
Η σκέψη πηγαίνει σχεδόν αυθόρμητα στις χθεσινές μας ανησυχίες. Πού θα μείνουμε, τι θα φάμε, πώς θα προστατευτούμε από το κρύο. Οι απαντήσεις μας είναι τελείως διαφορετικές, αλλά οι ερωτήσεις δεν μας είναι καθόλου ξένες. Ίσως γι’ αυτό η προϊστορία εδώ γίνεται πιο κοντινή: επειδή μπορείς να τη σκεφτείς μέσα από μια συνηθισμένη ημέρα.
Και τότε εμφανίζεται ένα εύρημα που αλλάζει πάλι την εικόνα. Στην παρουσίαση της ανασκαφής αναφέρονται οστέινα μουσικά όργανα, φλογέρες, μαζί με κοσμήματα και αντικείμενα που ξεπερνούν τις ανάγκες της τροφής και της κατοικίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν απασχολούνταν μόνο με την επιβίωση. Στον κόσμο τους υπήρχε χώρος και για ήχο, στολισμό, έκφραση.
Σταματάμε να μιλάμε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια μελωδία ακούστηκε, ποιος κρατούσε το όργανο ή ποιοι βρίσκονταν δίπλα του. Αλλά η ίδια η σκέψη ότι εδώ κάποτε κάποιος θέλησε να παίξει μουσική αλλάζει την απόσταση. Πίσω από τον όρο «νεολιθικός κάτοικος» εμφανίζεται ένας άνθρωπος που είχε και άλλες ανάγκες πέρα από το να χορτάσει.
Η ξύλινη πινακίδα με τα εγχάρακτα σημεία προσθέτει ένα διαφορετικό ερώτημα. Τα σημάδια της εξακολουθούν να προκαλούν την έρευνα, χωρίς να μας παραδίδουν ένα ασφαλώς αποκρυπτογραφημένο κείμενο. Δεν χρειάζεται να τα μετατρέψουμε σε βεβαιότητες που δεν διαθέτουμε. Αρκεί ότι ένα χέρι χάραξε κάτι και ότι, χιλιάδες χρόνια αργότερα, στεκόμαστε ακόμη απέναντί του προσπαθώντας να καταλάβουμε.
Πριν φύγουμε από αυτή την ενότητα, κοιτάζω ξανά προς το νερό. Ήρθαμε να βρούμε την αρχή μιας κατοίκησης και συναντήσαμε την πιθανότητα μιας μελωδίας, μια προσπάθεια αποτύπωσης, μια καθημερινότητα με περισσότερες αποχρώσεις απ’ όσες περιμέναμε. Όμως τα ξύλα του Δισπηλιού κρατούσαν ακόμη μία πληροφορία. Και για να τη διαβάσουν οι επιστήμονες, χρειάστηκε να κοιτάξουν πολύ μακρύτερα από τη λίμνη.

Το ρολόι που έκρυβαν τα ξύλα: μια ανακάλυψη που ήρθε από τον ουρανό
Στην επόμενη σελίδα της έρευνας, το Δισπηλιό μάς οδηγεί σε κάτι που μοιάζει με αστυνομική υπόθεση του χρόνου. Υπάρχουν ξύλα, υπάρχουν δακτύλιοι ανάπτυξης και υπάρχει μια ακολουθία ετών. Λείπει όμως το σημείο που θα επιτρέψει να τοποθετηθεί αυτή η ακολουθία με ακρίβεια στο ημερολόγιο.
Είναι σαν να βρίσκεις ένα παλιό βιβλίο στο οποίο οι σελίδες βρίσκονται στη σωστή σειρά, αλλά έχει χαθεί το εξώφυλλο με τη χρονολογία. Μπορείς να ακολουθήσεις όσα συνέβησαν το ένα μετά το άλλο. Για να μάθεις ακριβώς πότε συνέβησαν, χρειάζεσαι ένα στοιχείο που να συνδέει την εσωτερική του ακολουθία με κάτι ήδη γνωστό.
Αυτό το στοιχείο βρέθηκε στο ίχνος μιας απότομης αύξησης του ραδιενεργού άνθρακα στην ατμόσφαιρα το 5259 π.Χ. Τα δέντρα είχαν ενσωματώσει το ίχνος στους δακτυλίους τους. Η έρευνα συνέδεσε έτσι μια μεταβολή που σχετίζεται με κοσμική ακτινοβολία με τα ξύλα ενός προϊστορικού οικισμού στις όχθες της Καστοριάς.
Στη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024, οι επιστήμονες τοποθέτησαν συγκεκριμένες φάσεις υλοτομίας και κατασκευαστικής δραστηριότητας ανάμεσα στο 5328 και στο 5140 π.Χ. Πρόκειται για χρονολόγηση συγκεκριμένων ξύλων και φάσεων του οικισμού, όχι για μία ημερομηνία που εξηγεί ολόκληρη την ιστορία του. Η διαφορά έχει σημασία, γιατί η πραγματική ανακάλυψη δεν χρειάζεται υπερβολή για να εντυπωσιάσει. Nature
Προσπαθώ να ακολουθήσω νοερά αυτή τη διαδρομή. Ένα δέντρο μεγαλώνει. Ένας άνθρωπος το κόβει και το χρησιμοποιεί. Το ξύλο διατηρείται σε ένα περιβάλλον που βοηθά να επιβιώσει στον χρόνο. Άλλοι άνθρωποι, χιλιάδες χρόνια μετά, το μελετούν και αναγνωρίζουν ένα ίχνος που οι αρχικοί κάτοικοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι υπήρχε.
Η πιο ανθρώπινη πλευρά της ανακάλυψης βρίσκεται ακριβώς εκεί. Ο τεχνίτης που έκοψε τον κορμό δεν έφτιαχνε ένα μήνυμα για εμάς. Προσπαθούσε να κατασκευάσει κάτι χρήσιμο για τη ζωή του. Η επιστήμη μάς επιτρέπει τώρα να πλησιάσουμε εκείνη την εργασία με ακρίβεια που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε απρόσιτη.
Κοιτάζω το ρολόι μου και χαμογελώ. Εμείς ανησυχούμε αν αργήσαμε είκοσι λεπτά στο πρόγραμμα. Εδώ μόλις παρακολουθήσαμε την προσπάθεια να τοποθετηθεί ένα κομμάτι ξύλου στη σωστή θέση ανάμεσα σε χιλιάδες χρόνια. Μαζεύουμε τις σημειώσεις. Η επιστροφή στην πόλη θα μας φέρει σε ένα άλλο υλικό που διατηρεί μνήμη: στους τοίχους μιας μικρής εκκλησίας.
Κουμπελίδικη: ο τρούλος που ξανασηκώθηκε και το όνομα ενός ανθρώπου
Στην Παναγία Καστριώτισσα, την Κουμπελίδικη, η πρώτη εντύπωση προέρχεται από τις αναλογίες. Το κτίσμα είναι μικρό, αλλά ο ψηλός τρούλος το κάνει να ξεχωρίζει. Πλησιάζουμε αργά, αφήνοντας το βλέμμα να ακολουθήσει την πέτρα και τα πλινθία. Οι λεπτομέρειες που από μακριά έμοιαζαν διακόσμηση αρχίζουν να αποκαλύπτουν τον κόπο της κατασκευής.
Το όνομα Καστριώτισσα συνδέεται με τη θέση κοντά στο βυζαντινό κάστρο, ενώ το Κουμπελίδικη με τον χαρακτηριστικό τρούλο. Η ιστορία του ναού περιλαμβάνει διαφορετικές οικοδομικές και ζωγραφικές φάσεις. Δεν έχουμε μπροστά μας ένα αντικείμενο που έμεινε αμετάβλητο, αλλά ένα μνημείο που πέρασε από επεμβάσεις, φθορές και φροντίδα.
Η πρώτη ανατροπή έρχεται όταν μαθαίνουμε ότι μεγάλο μέρος του τρούλου καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και ότι το μνημείο αναστηλώθηκε το 1949. Ξανασηκώνουμε την κάμερα. Το πλάνο παραμένει ίδιο, αλλά η πληροφορία το αλλάζει. Αυτό που πριν θεωρούσαμε δεδομένο είχε κάποτε πάψει να υπάρχει με αυτή τη μορφή.
Σκέφτομαι όσους αντίκρισαν την καταστροφή και όσους αργότερα εργάστηκαν στην αποκατάσταση. Δεν γνωρίζουμε τις προσωπικές ιστορίες όλων τους. Βλέπουμε όμως το αποτέλεσμα της δουλειάς τους. Κάθε επισκέπτης που στέκεται σήμερα εδώ συναντά και εκείνη την προσπάθεια, ακόμη κι αν δεν την αναγνωρίζει αμέσως.
Στο εσωτερικό, το βλέμμα στρέφεται σε μια ιδιαίτερη παράσταση: την ανθρωπόμορφη απεικόνιση της Αγίας Τριάδας στην καμάρα του νάρθηκα, από τα παλαιότερα σωζόμενα βυζαντινά παραδείγματα του τύπου. Η ζωγραφική μάς ζητά να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο μια εποχή επιχείρησε να εκφράσει το ιερό μέσα από ανθρώπινες μορφές.
Και υπάρχει μια ακόμη μικρή πληροφορία που ταιριάζει σχεδόν απρόσμενα στην αναζήτησή μας. Η εξωτερική ζωγραφική της δυτικής πλευράς συνδέεται, σύμφωνα με την επιγραφή, με τη δαπάνη ενός Ανδρόνικου το 1496. Ανάμεσα στις μεγάλες χρονολογήσεις, εμφανίζεται ξαφνικά ένα όνομα. Ένας άνθρωπος που συνέβαλε ώστε να γίνει κάτι που έφτασε μέχρι εμάς.
Γράφω το όνομα στο σημειωματάριο. Δεν ξέρω τη φωνή του, τις συνήθειές του, τις αγωνίες του. Δεν χρειάζεται να τις επινοήσω. Η πληροφορία αρκεί για να μετακινηθεί η προσοχή από το αφηρημένο «κάποτε» σε μια συγκεκριμένη ανθρώπινη παρουσία. Το μνημείο μάς έδωσε έναν ακόμη άνθρωπο, χωρίς να χρειαστεί να μας παραδώσει ολόκληρη τη ζωή του.
Η επίσκεψη συνεχίζεται με περισσότερη ησυχία. Οι εικόνες και οι τοιχογραφίες δεν μας ζητούν μόνο να τις θαυμάσουμε. Μας κάνουν να σκεφτούμε ποιος τις παρήγγειλε, ποιος τις ζωγράφισε, ποιος τις προστάτευσε. Βγαίνοντας ξανά στο φως, η πόλη μοιάζει λιγότερο απρόσωπη. Στην έρευνά μας έχουν προστεθεί χέρια, προθέσεις και ένα όνομα που πριν αγνοούσαμε.

Καστοριά Αφιέρωμα – Σπήλαιο του Δράκου και Μαυριώτισσα: ο θρύλος, το πραγματικό εύρημα και η σιωπή
Η παραλίμνια διαδρομή μάς οδηγεί στο Σπήλαιο του Δράκου. Το όνομα κάνει τη φαντασία να προηγηθεί των βημάτων. Πριν μπούμε, έχουν ήδη ακουστεί τα πρώτα πειράγματα για το ποιος θα προχωρήσει μπροστά. Προσπαθώ να εξηγήσω ότι ο παρουσιαστής πρέπει να βρίσκεται στην αρχή του πλάνου για καθαρά επαγγελματικούς λόγους. Η ομάδα δείχνει ύποπτα πρόθυμη να συμφωνήσει.
Η είσοδος βρίσκεται κοντά στην όχθη, αλλά ο κόσμος που ανοίγεται μέσα στο σπήλαιο είναι εντελώς διαφορετικός. Η επίσημη παρουσίασή του καταγράφει επτά υπόγειες λίμνες, αίθουσες και διαδρόμους με σταλακτικό διάκοσμο. Το νερό, που έξω απλώνεται σε μια μεγάλη επιφάνεια, εδώ εμφανίζεται σε κλειστούς χώρους και μικρότερες αντανακλάσεις.
Περπατάμε προσεκτικά στην επισκέψιμη διαδρομή. Οι ήχοι αλλάζουν και το φως αποκαλύπτει τις επιφάνειες σταδιακά. Κάθε στροφή μετακινεί την αίσθηση του χώρου. Αυτό που από μια γωνία μοιάζει με τοίχο, από μια άλλη αφήνει να φανεί βάθος. Η κάμερα αναζητά τις αντανακλάσεις κι εμείς προσπαθούμε να μην αφήσουμε τον ενθουσιασμό να μας κάνει να βιαστούμε.
Στη σκέψη του «δράκου» έρχεται μια πραγματική ανατροπή: στο σπήλαιο έχουν εντοπιστεί οστά αρκούδας των σπηλαίων. Το εντυπωσιακό όνομα μάς προετοίμασε για έναν θρύλο, αλλά το παλαιοντολογικό εύρημα μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ζώο που πράγματι υπήρξε. Η πραγματικότητα έχει ήδη αρκετό μυστήριο, αρκεί να της δώσεις χρόνο να σε πλησιάσει.
Σταματάμε μπροστά σε μια ήρεμη επιφάνεια νερού και παρατηρούμε την αντανάκλαση. Για λίγο μπερδεύεται το πάνω με το κάτω. Κάποιος κάνει ένα βήμα για να αλλάξει γωνία και η εικόνα ξεκαθαρίζει. Είναι μια μικρή οπτική έκπληξη, αλλά ταιριάζει σε όσα μας συμβαίνουν από την αρχή: η ίδια πραγματικότητα αποκαλύπτει κάτι άλλο όταν μετακινηθείς λίγο.
Βγαίνοντας, το φως της ημέρας μοιάζει εντονότερο. Η λίμνη ανοίγει ξανά μπροστά μας και συνεχίζουμε προς τη Μαυριώτισσα. Η απόσταση δεν είναι μεγάλη, όμως η αλλαγή της διάθεσης είναι αισθητή. Μετά την περιέργεια του σπηλαίου, έρχεται μια στάση που θέλει πιο ήρεμο βλέμμα.
Στη Μονή Παναγίας Μαυριώτισσας, οι τοιχογραφίες διατηρούν σημαντικές φάσεις από τα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα, καθώς και μεταγενέστερες επεμβάσεις. Η ιστορία του ναού περιλαμβάνει επισκευές και νέες ζωγραφικές εργασίες. Στους τοίχους του συναντιούνται διαφορετικές στιγμές ζωής του ίδιου τόπου.
Πλησιάζω χωρίς να αισθάνομαι την ανάγκη να εξηγήσω αμέσως τα πάντα. Υπάρχουν χώροι στους οποίους η επίσκεψη έχει αξία και ως προσωπική παύση. Να σταθείς, να κοιτάξεις, να κάνεις τον σταυρό σου, να θυμηθείς έναν άνθρωπο. Η προσευχή δεν χρειάζεται πάντοτε πολλά λόγια. Μερικές φορές αρχίζει όταν βρίσκεις επιτέλους λίγο χρόνο για εκείνον που κουβαλάς στη σκέψη σου.
Έξω, κοντά στο νερό, περιμένουμε την ομάδα να συγκεντρωθεί. Κανείς δεν δίνει αμέσως το σύνθημα της αναχώρησης. Η ηρεμία έχει περάσει από τον χώρο σε εμάς. Κοιτάζουμε λίγο ακόμη τη λίμνη και αφήνουμε αυτή τη σκηνή να κρατήσει όσο χρειάζεται. Στο επόμενο τραπέζι θα επιστρέψουν οι κουβέντες, τα πειράγματα και η όρεξη.

ΨΗΣΤΗΡΙ ΣΟΥΒΛΑΚΙ: η δύσκολη συνεννόηση ανάμεσα στην κάμερα και στην πείνα
Στο ΨΗΣΤΗΡΙ ΣΟΥΒΛΑΚΙ, φτάνουμε με το βάδισμα ανθρώπων που έχουν περπατήσει αρκετά και με το βλέμμα ανθρώπων που έχουν αρχίσει να σκέφτονται σοβαρά το φαγητό. Αφήνουμε τις τσάντες, καθόμαστε και δίνουμε στον εαυτό μας μια άδεια που καθυστερούσαμε όλη την ημέρα: να σταματήσουμε χωρίς να ετοιμάζουμε ταυτόχρονα την επόμενη αναχώρηση.
Τα σουβλάκια, το κοντοσούβλι και το κοτόπουλο μπαίνουν στην κουβέντα της παραγγελίας και σύντομα η παρέα καταλήγει ότι ο σωστός τρόπος να γνωρίσουμε τις γεύσεις είναι να μοιραστούμε διαφορετικές επιλογές. Πρόκειται για μια απόφαση που εξυπηρετεί εξαιρετικά και την περιέργεια και την όρεξή μας.
Η πρώτη πιατέλα φτάνει και ζητώ λίγα δευτερόλεπτα για τη λήψη. Την ώρα που ρυθμίζουμε την κάμερα, ένα χέρι πλησιάζει διακριτικά. Σταματάμε, γελάμε και ξαναστήνουμε. Στο δεύτερο πλάνο λείπει ήδη ένα κομμάτι. Η συνέχεια της εικόνας, που στο μοντάζ τη λέμε «ρακόρ», μόλις έχασε τη μάχη απέναντι στην πείνα.
Μετά τις πρώτες δοκιμές, η κουβέντα βρίσκει τον φυσικό της ρυθμό. Κάποιος επιστρέφει στο σπήλαιο, κάποιος άλλος στο Δισπηλιό. Ο καθένας έχει κρατήσει διαφορετική λεπτομέρεια. Το τραπέζι μάς επιτρέπει να ακούσουμε όσα δεν προλάβαμε στον δρόμο, ανάμεσα στις οδηγίες για τις λήψεις και στις συνεχείς μετακινήσεις.
Η συνάντηση με τον Νίκο δίνει στη στάση το δικό της πρόσωπο. Δεν θα θυμόμαστε μόνο τι παραγγείλαμε, αλλά και το διάλειμμα, το γέλιο, την άνεση να μείνουμε λίγο περισσότερο. Απονέμουμε στο ΨΗΣΤΗΡΙ ΣΟΥΒΛΑΚΙ το Βραβείο Αγάπης του «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ», ως ευχαριστώ για την περιποίηση και για ένα τραπέζι που έγινε μέρος της παρέας μας.
Όταν σηκωνόμαστε, το πρόγραμμα έχει αποκτήσει την απαραίτητη ελαστικότητα. Τα αρχοντικά και οι επόμενες ιστορίες θα έχουν τον χρόνο τους. Κρατάμε μια τελευταία εικόνα από τη συνάντηση και φεύγουμε με την καλή διάθεση που φέρνει ένα γεύμα στο οποίο δεν χρειάστηκε να κοιτάζεις διαρκώς το ρολόι. (ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΨΗΣΤΗΡΙ ΣΟΥΒΛΑΚΙ)

Ντολτσό και Απόζαρι: τα σπίτια είχαν περισσότερες εισόδους απ’ όσες νομίζαμε
Στις παλιές γειτονιές, το περπάτημα αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι την πόλη. Από τον παραλίμνιο δρόμο βλέπεις τις προσόψεις συνολικά. Μέσα στα στενά, η εικόνα σπάει σε λεπτομέρειες: μια πόρτα, ένα παράθυρο, ένας όγκος που προεξέχει, μια αυλή που φαίνεται μόνο από συγκεκριμένη γωνία. Χρειάζεται να πλησιάσεις για να καταλάβεις πώς συνδέονται μεταξύ τους.
Στο Ντολτσό και στο Απόζαρι, τα αρχοντικά μάς φέρνουν στην ιστορία της κατοίκησης, της εργασίας και του εμπορίου. Οι μεγάλες κατοικίες δεν δημιουργήθηκαν ανεξάρτητα από την οικονομική ζωή της πόλης. Πίσω από την εμφάνισή τους υπήρχαν οικογένειες, επαγγέλματα, μετακινήσεις και σχέσεις με αγορές πέρα από την Καστοριά.
Μια μικρή λέξη μάς αποκαλύπτει κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί. Οι «αυγατές», οι προσβάσεις παραλίμνιων αρχοντικών προς το νερό, εξυπηρετούσαν τη βάρκα του σπιτιού. Στην παρουσίαση του αρχοντικού Νατζή διατηρείται αυτή η λεπτομέρεια. Ξαφνικά, η λίμνη παύει να είναι μόνο η θέα από το παράθυρο· γίνεται και δρόμος πρόσβασης.
Στεκόμαστε για λίγο και προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε εκείνη τη λειτουργία. Εμείς αναζητούμε πού θα παρκάρουμε. Κάποιοι παλιότεροι κάτοικοι έπρεπε να σκεφτούν πώς θα πλησιάσει η βάρκα. Η ίδια κατοικία μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά, ανάλογα με το αν την κοιτάζεις από τη στεριά ή από το νερό.
Στο Λαογραφικό Μουσείο, στο αρχοντικό Νεράντζη Αϊβάζη, η καθημερινότητα αποκτά πιο συγκεκριμένους χώρους. Το ζυμωτάρι, το κελάρι και τα δωμάτια του σπιτιού βοηθούν να φανταστούμε πώς οργανωνόταν ένα νοικοκυριό. Τα αντικείμενα αποκτούν περισσότερο νόημα επειδή παρουσιάζονται σε σχέση με τη χρήση τους, όχι μόνο ως μεμονωμένα εκθέματα.
Η λέξη «ζυμωτάρι» μας κάνει να κοιταχτούμε. Το πρωί ήταν το όνομα μιας σημερινής επιχείρησης και η αφορμή για τις προμήθειές μας. Τώρα συναντάμε τη λειτουργία της μέσα σε ένα παλιό σπίτι. Μια μικρή λέξη συνδέει δύο διαφορετικές στιγμές της διαδρομής χωρίς να το έχουμε προγραμματίσει.
Και υπάρχει ακόμη ένας χώρος που τραβά την προσοχή: το υπερώο που το μουσείο παρουσιάζει ως «Παρθενώνα», από όπου τα κορίτσια μπορούσαν να παρακολουθούν κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς να φαίνονται. Η ανακάλυψη ανοίγει μια διαφορετική ιστορία μέσα στο ίδιο σπίτι: ποιος συμμετείχε, ποιος παρατηρούσε και πώς οι κοινωνικοί κανόνες αποτυπώνονταν στην αρχιτεκτονική.
Αφήνουμε το βλέμμα να κινηθεί από τον χώρο της επίσημης υποδοχής προς εκείνο το πιο διακριτικό σημείο παρατήρησης. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε έναν συγκεκριμένο έρωτα ή μια κρυφή συνομιλία για να γίνει ενδιαφέρουσα η σκηνή. Η πραγματική διάταξη του σπιτιού αρκεί για να δημιουργήσει ερωτήματα για τις ζωές μέσα του.
Στα εκθέματα που αφορούν τη γουναρική, η ιστορία επιστρέφει στην εργασία. Εργαλεία και κατασκευές μάς βοηθούν να σκεφτούμε τι προηγήθηκε ενός τελικού προϊόντος. Η όμορφη κατοικία ήταν το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης οικονομικής και οικογενειακής διαδρομής, όχι κάτι που εμφανίστηκε αποκομμένο από τους ανθρώπους της.
Βγαίνοντας, κοιτάζουμε τις προσόψεις με περισσότερη περιέργεια. Πίσω από κάθε παράθυρο θα μπορούσε να βρίσκεται μια διαφορετική θέση μέσα στην ίδια κοινωνία. Η επόμενη συνάντηση θα μας φέρει από τα παλιά εργαλεία στη σημερινή εργασία. Θέλουμε να δούμε από κοντά πώς συνεχίζεται μια τέχνη μέσα από τον άνθρωπο που την ασκεί.

Στο εργαστήριο της Χριστιάννας Λιάνα: το κρύο της πρώτης νύχτας βρίσκει επιτέλους τη λύση του
Στο εργαστήριο γουναρικών της Χριστιάννας Λιάνα, φτάνουμε με ερωτήσεις που έχουν αρχίσει να σχηματίζονται από τη βόλτα στα αρχοντικά. Θέλουμε να δούμε το υλικό, να καταλάβουμε τη λογική της κατασκευής και να παρατηρήσουμε τη λεπτομέρεια που συχνά χάνεται όταν στεκόμαστε μόνο μπροστά σε ένα ολοκληρωμένο ένδυμα.
Η Χριστιάννα μάς παρουσιάζει τη δουλειά της και η κάμερα πλησιάζει. Στεκόμαστε σε μια ένωση, ακολουθούμε τη γραμμή, κοιτάζουμε την εφαρμογή. Οι ερωτήσεις γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένες. Αυτό έχει ενδιαφέρον στην άμεση γνωριμία με έναν επαγγελματία: μπορείς να επιστρέψεις σε κάτι που δεν κατάλαβες και να το δεις ξανά, αυτή τη φορά γνωρίζοντας τι ψάχνεις.
Κάπου εκεί έρχεται η στιγμή να θυμηθούμε τη νυχτερινή μας βόλτα. Το κρύο στη λίμνη είχε αφήσει μια εκκρεμότητα την οποία δεν σκοπεύω να μεταφέρω στις επόμενες εξορμήσεις. Διαλέγουμε ένα ζεστό πανωφόρι για τη συνέχεια του ταξιδιού και το δοκιμάζω με την προσοχή ανθρώπου που έχει ήδη μάθει ότι το «θα γυρίσουμε σε δέκα λεπτά» δεν αποτελεί αξιόπιστη πρόβλεψη.
Κοιτάζω την εφαρμογή, κάνω δυο κινήσεις και στρέφομαι προς την ομάδα. «Τώρα μπορείτε να πείτε πάλι για ένα τελευταίο πλάνο στη λίμνη». Η πρόταση αντιμετωπίζεται με ενθουσιασμό μεγαλύτερο απ’ όσο θα ήθελα. Διευκρινίζω ότι αγόρασα πανωφόρι, όχι επιπλέον ώρες μέσα στη νύχτα.
Η αγορά αποκτά ήδη μια ιστορία που θα τη συνοδεύει. Θα θυμίζει τη βόλτα, το κρύο, τα στενά στα οποία διαφωνήσαμε για τον δρόμο της επιστροφής και τη σημερινή γνωριμία. Το Βραβείο Αγάπης του «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ» παραδίδεται στη Χριστιάννα Λιάνα, ως δικό μας ευχαριστώ για τον χρόνο, την υποδοχή και τη φροντίδα στην επιλογή μας.
Φεύγουμε έχοντας προσθέσει κάτι πρακτικό στις αποσκευές και κάτι ουσιαστικό στην αφήγηση. Τα παλιά αρχοντικά μάς έδειξαν ένα ιστορικό αποτύπωμα. Η συνάντηση στο εργαστήριο μάς έδωσε μια σημερινή φωνή. Λίγο αργότερα θα συναντήσουμε ανθρώπους που δεν μπορούν πια να μας μιλήσουν, αλλά κάποιος πρόλαβε να κρατήσει τα πρόσωπά τους. (ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΓΟΥΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΙΑΝΝΑ)

Λεωνίδας Παπάζογλου: το εύθραυστο γυαλί που κράτησε μια ολόκληρη κοινωνία
Η γνωριμία με το έργο του Λεωνίδα Παπάζογλου αρχίζει από μια εικόνα που μας κάνει να επιβραδύνουμε. Ένα οικογενειακό πορτρέτο, μικροί και μεγάλοι συγκεντρωμένοι μπροστά στον φακό. Στην τεκμηρίωση διαβάζουμε ότι πρόκειται για την οικογένεια του Πέτρου και της Ουρανίας Μπακάλη. Η φωτογραφία έχει πλέον ονόματα και η απόσταση μικραίνει αμέσως.
Δεν γνωρίζουμε τι ειπώθηκε πριν από τη λήψη, ποιος ετοιμάστηκε πρώτος ή ποιο παιδί δυσκολεύτηκε να σταθεί ήσυχο. Αναγνωρίζουμε όμως την οικογενειακή προσπάθεια να κρατηθεί μια κοινή στιγμή. Αυτή η επιθυμία μάς είναι οικεία, ακόμη κι αν τα ρούχα, η στάση και η ίδια η διαδικασία της φωτογράφισης ανήκουν σε άλλη εποχή.
Ο Παπάζογλου γεννήθηκε το 1872 και πέθανε το 1918, θύμα της ισπανικής γρίπης. Μαθήτευσε στη φωτογραφία μαζί με τον αδελφό του Παντελή στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε στην Καστοριά. Το αρχείο του, περίπου 2.500 γυάλινες πλάκες, διατήρησε κυρίως ατομικά και ομαδικά πορτρέτα της πολυεθνοτικής και πολυθρησκευτικής κοινωνίας της περιοχής.
Η πληροφορία για το υλικό μάς κάνει να σταματήσουμε. Γυαλί. Κάτι που μπορεί να ραγίσει, να σπάσει, να χαθεί σε μια μετακόμιση ή να θεωρηθεί άχρηστο από κάποιον που δεν γνωρίζει τι περιέχει. Η μνήμη τόσων ανθρώπων πέρασε μέσα από ένα υλικό που απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή για να φτάσει μέχρι εμάς.
Εδώ βρίσκεται και η δεύτερη ανατροπή της ιστορίας. Δεν αρκούσε ότι ο φωτογράφος δημιούργησε το αρχείο. Χρειάστηκε να διασωθεί και να μελετηθεί. Ο Γιώργος Γκολομπίας αγόρασε μέρος του το 1995 και εργάστηκε μεθοδικά για την τεκμηρίωσή του. Η διαδρομή μιας φωτογραφίας προς το παρόν περιλαμβάνει και τον άνθρωπο που αναγνώρισε τι κινδύνευε να χαθεί.
Κοιτάζω τις δικές μας κάρτες μνήμης. Μέσα σε λίγες ημέρες γεμίσαμε με εκατοντάδες λήψεις. Η ποσότητα μοιάζει τεράστια και η διατήρηση αυτονόητη. Όμως το αρχείο του Παπάζογλου μάς θυμίζει ότι η εικόνα χρειάζεται και πληροφορία. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Πότε τραβήχτηκε η φωτογραφία; Πού; Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, ακόμη και ένα καθαρό πρόσωπο μπορεί να μείνει άγνωστο.
Η σκέψη φτάνει στα παλιά οικογενειακά άλμπουμ. Σε εκείνη τη στιγμή που κάποιος μεγαλύτερος αναγνωρίζει αμέσως έναν άνθρωπο, ενώ οι νεότεροι χρειάζονται την εξήγηση. Όσο υπάρχει κάποιος να πει το όνομα, η σύνδεση παραμένει ζωντανή. Αν η πληροφορία δεν περάσει στην επόμενη γενιά, το πρόσωπο μπορεί να επιβιώσει στη φωτογραφία και να χαθεί στη μνήμη.
Στο σημειωματάριο γράφω μια δεύτερη αποστολή, δίπλα στην πρώτη: να κρατάμε τα ονόματα μαζί με τις εικόνες. Το αφιέρωμα μάς έχει ήδη αλλάξει λίγο τον τρόπο που δουλεύουμε. Και, ανάμεσα σε τόσες οικογενειακές ιστορίες, σκέφτομαι ξανά τον άνθρωπο για τον οποίο θέλω να πάρω κάτι μαζί μου στην επιστροφή.

Καστοριά Αξιοθέατα – Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ | YOUR LOOK: η πιο προσωπική έρευνα της ημέρας
Στο YOUR LOOK της Ολυμπίας Ρέββα, μπαίνω για να διαλέξω ένα δώρο για τη γυναίκα μου. Η αποστολή ακούγεται απλή, μέχρι να χρειαστεί να γίνει συγκεκριμένη. Άλλο να πεις ότι θέλεις κάτι όμορφο κι άλλο να σκεφτείς ποιο χρώμα, ποια υφή και ποιο σχέδιο θα ταίριαζαν στον άνθρωπο που έχεις στο μυαλό σου.
Στεκόμαστε στα φουλάρια και ανοίγω ένα για να δω ολόκληρο το σχέδιο. Το κρατώ λίγο πιο μακριά, το διπλώνω διαφορετικά, το συγκρίνω με μια δεύτερη επιλογή. Η Ολυμπία συμμετέχει στην αναζήτηση και η κουβέντα με βοηθά να γίνω πιο συγκεκριμένος. Θέλω κάτι που θα φορεθεί, όχι απλώς κάτι που θα τοποθετηθεί όμορφα μέσα σε μια σακούλα.
Η ομάδα παρακολουθεί με τη διακριτικότητα που χαρακτηρίζει ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν ότι αργότερα θα με πειράζουν γι’ αυτό. Τους θυμίζω ότι η σωστή επιλογή απαιτεί χρόνο. Μετά τη χρονολόγηση χιλιάδων ετών στο Δισπηλιό, ας δείξουν λίγη κατανόηση και στα επιπλέον λεπτά που χρειάζεται ένα δώρο.
Κάποια στιγμή ξεχωρίζω αυτό που μου ταιριάζει περισσότερο στην εικόνα της γυναίκας μου. Εκεί η αγορά αποκτά την προσωπική της αξία. Δεν σκέφτομαι πια μόνο το αντικείμενο, αλλά τη στιγμή που θα της το δώσω και θα αρχίσω να της λέω από πού το πήρα, ποια γνώρισα, τι είχε προηγηθεί μέσα στην ημέρα.
Πριν φύγουμε, απονέμουμε στο YOUR LOOK το Βραβείο Αγάπης του «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ», ευχαριστώντας την Ολυμπία για την υποδοχή και τη βοήθεια στην επιλογή. Κρατώ τη σακούλα και συνεχίζουμε. Η Καστοριά έχει βρει ήδη έναν μικρό, συγκεκριμένο τρόπο να ταξιδέψει μαζί μας μέχρι το σπίτι. (ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ YOUR LOOK CLOTHING BOUTIQUE)

Δύο αδέλφια και ένα όνομα πλατείας που δεν προσπερνάμε πια
Στην πλατεία Αδελφών Εμμανουήλ, κάνουμε μια στάση χωρίς να αναζητούμε αμέσως το πιο εντυπωσιακό πλάνο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται πρώτα στις λέξεις. «Αδελφοί Εμμανουήλ». Ένα όνομα που μπορεί να χρησιμοποιήσεις για να κανονίσεις μια συνάντηση, χωρίς να σκεφτείς ποιοι ήταν οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεται.
Ο Ιωάννης και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ γεννήθηκαν στην Καστοριά. Ο Ιωάννης σπούδαζε Ιατρική στη Βιέννη, ενώ ο Παναγιώτης εργαζόταν σε εμπορικό οίκο. Συνδέθηκαν με τον Ρήγα Βελεστινλή, συνελήφθησαν και παραδόθηκαν στις οθωμανικές αρχές. Εκτελέστηκαν στο Βελιγράδι το 1798, σε ηλικία 24 και 22 ετών αντίστοιχα.
Οι ηλικίες αλλάζουν τον τρόπο που ακούμε την ιστορία. Οι δύο άνδρες δεν βρίσκονταν στο τέλος μιας μακράς ζωής, αλλά στην αρχή της. Η ιδιότητα του φοιτητή και η πρώτη επαγγελματική διαδρομή μάς βοηθούν να αντιληφθούμε τι διακόπηκε. Δεν χρειάζεται να τους αποδώσουμε σκέψεις που δεν γνωρίζουμε για να καταλάβουμε το μέγεθος της απώλειας.
Λίγο παρακάτω, στο αρχοντικό Πηχεών, η αφήγηση περνά σε άλλο ιστορικό κεφάλαιο. Το κτίριο συνδέεται με τη δράση του εκπαιδευτικού Αναστάσιου Πηχεών και στεγάζει το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Καστοριάς. Η κατοικία και το μουσείο συναντιούνται σε έναν χώρο που έχει τη δική του συμμετοχή στην ιστορία που παρουσιάζει. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Καστοριάς
Ακολουθούμε τις χρονολογίες μέχρι την 11η Νοεμβρίου 1912, όταν ο ελληνικός στρατός μπήκε στην Καστοριά κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, χωρίς να συναντήσει αντίσταση μέσα στην πόλη. Κρατάμε τη διάκριση ανάμεσα στα διαφορετικά γεγονότα και στις εποχές τους. Η ιστορία γίνεται πιο κατανοητή όταν δεν βιαζόμαστε να τη συμπτύξουμε σε μία μόνο σκηνή. Στελέχη Στρατού
Φεύγοντας, επιστρέφουμε νοερά στην πλατεία. Την επόμενη φορά που θα ακούσουμε το όνομά της, θα υπάρχουν πίσω του δύο άνθρωποι, οι σπουδές και η εργασία τους, η μετακίνησή τους μακριά από τη γενέτειρα και η σύνδεσή τους με μια δύσκολη ιστορική εποχή. Μια απλή στάση μάς έδωσε περισσότερα απ’ όσα χωρούσε η πινακίδα.
Καστοριά Αφιέρωμα – Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ με τον Μιχάλη Κοντιζά : Το βράδυ που οι σημειώσεις άρχισαν να συνδέονται
Η επιστροφή στο EUROPA HOTEL έχει πλέον την άνεση ενός γνώριμου σημείου. Ξέρουμε πού θα αφήσουμε τις τσάντες και πώς θα οργανώσουμε το υλικό. Το πανωφόρι και το δώρο μπαίνουν δίπλα στις αποσκευές. Οι κάρτες περνούν στον υπολογιστή και τα διαφορετικά κεφάλαια της ημέρας εμφανίζονται διαδοχικά στην οθόνη.
Εδώ συμβαίνει ένα μέρος της δουλειάς που σπάνια φαίνεται στο τελικό αφιέρωμα. Σταματάμε μια λήψη, επιστρέφουμε σε μια σημείωση και προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια σύνδεση έχει ουσία. Το ξύλο του Δισπηλιού, οι τοιχογραφίες, τα παλιά εργαλεία, οι γυάλινες πλάκες του φωτογράφου. Διαφορετικά υλικά που κράτησαν ίχνη ανθρώπων.
Η φιλοξενία του Θοδωρή Καλαϊτζίδη και η σταθερή μας βάση έδωσαν χώρο σε αυτή την αναζήτηση. Δεν μείναμε απλώς για να ξεκουραστούμε ανάμεσα στις μετακινήσεις. Μείναμε για να μπορούμε να επιστρέφουμε στις ιστορίες, να τις συζητάμε και να οργανώνουμε τη συνέχεια χωρίς να εξαντλούμαστε σε διαρκείς αναχωρήσεις.
Παραδίδουμε στο EUROPA HOTEL το Βραβείο Αγάπης του «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ», ως ευχαριστώ για τη φιλοξενία που στήριξε το οδοιπορικό μας. Η αναμνηστική στιγμή με τον Θοδωρή κρατά κάτι από αυτές τις ημέρες. Το ξενοδοχείο έχει γίνει πλέον μέρος της δικής μας μνήμης από την Καστοριά.
Αργότερα, η συζήτηση αλλάζει τόνο. Το επόμενο κεφάλαιο αφορά ανθρώπους που ζούσαν στην ίδια πόλη και βρέθηκαν βίαια μακριά της. Αφήνουμε λίγο περισσότερο χρόνο στην προετοιμασία. Η επόμενη ημέρα δεν χρειάζεται τις ίδιες λέξεις, ούτε τον ίδιο ρυθμό.
Μάρτιος 1944: τα γράμματα που δεν έλεγαν την αλήθεια
Για να μιλήσουμε για την εβραϊκή κοινότητα της Καστοριάς, χρειάζεται πρώτα να την αναζητήσουμε ζωντανή. Στους ανθρώπους της αγοράς, στις οικογένειες, στα επαγγέλματα, στις γιορτές και στις καθημερινές συνήθειες. Η παρουσία της έχει ιστορία αιώνων, με ελληνόφωνους Εβραίους και αργότερα Σεφαραδίτες να συμμετέχουν στη ζωή της πόλης.
Αυτή η αρχή έχει σημασία. Αν ξεκινήσεις κατευθείαν από τη σύλληψη και την εκτόπιση, κινδυνεύεις να αφήσεις έξω όσα προηγήθηκαν. Τους ανθρώπους που είχαν λόγους να γελούν, να εργάζονται, να ανησυχούν για μικρά πράγματα, να σχεδιάζουν το επόμενο πρωινό. Η ιστορία τους δεν μπορεί να περιοριστεί στον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετώπισαν οι διώκτες τους.
Στην καταγραφή του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, με αναφορά στη μαρτυρία της Μπέρρυς Ναχμίας, υπάρχει μια ιδιαίτερα οδυνηρή λεπτομέρεια: πλαστά γράμματα που υποτίθεται ότι προέρχονταν από συγγενείς στην Πολωνία χρησιμοποιήθηκαν για να καθησυχάσουν την κοινότητα. Η προσδοκία ότι ένας δικός σου άνθρωπος είναι ασφαλής μπορούσε να γίνει μέσο εξαπάτησης.
Στεκόμαστε σε αυτή την πληροφορία χωρίς να προσθέτουμε φανταστικά λόγια στα γράμματα. Δεν γνωρίζουμε τι ένιωσε κάθε παραλήπτης. Μπορούμε όμως να αντιληφθούμε πόσο βαθιά αγγίζει τον άνθρωπο μια είδηση από συγγενή που βρίσκεται μακριά. Η εξαπάτηση εκμεταλλεύτηκε ακριβώς αυτή τη σχέση.
Τη νύχτα της 24ης Μαρτίου 1944, ο εβραϊκός πληθυσμός συνελήφθη και κρατήθηκε στο Γυμνάσιο Θηλέων. Η ιστορική καταγραφή του ΚΙΣ αναφέρει 763 ανθρώπους, μαζί με μικρή ομάδα Εβραίων προσφύγων από τη Γιουγκοσλαβία, που μεταφέρθηκαν τρεις ημέρες αργότερα προς τη Θεσσαλονίκη και κατόπιν στην κατεχόμενη Πολωνία.
Ο αριθμός χρειάζεται για την καταγραφή. Η αφήγηση, όμως, πρέπει να μας βοηθήσει να μη χαθούν οι ξεχωριστές ζωές μέσα του. Σκέφτομαι το οικογενειακό πορτρέτο που κοιτούσαμε νωρίτερα. Δεν πρόκειται για την ίδια οικογένεια ούτε για την ίδια ιστορία. Η εμπειρία της φωτογραφίας μάς έχει απλώς μάθει να σκεφτόμαστε το πλήθος ως πρόσωπα που στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο.
Η κάμερα κρατά τη λήψη λίγο περισσότερο. Δεν χρειάζεται κίνηση για να αποκτήσει δύναμη η σκηνή. Χρειάζεται χρόνος. Να ακουστεί η ημερομηνία, να καταλάβουμε το γεγονός και να αφήσουμε τη σιωπή που ακολουθεί να σταθεί χωρίς να τη γεμίσουμε βιαστικά.
Κάποτε, στην αρχή του ταξιδιού, προσπαθήσαμε να βγάλουμε από το πλάνο τους περαστικούς για να φαίνεται καλύτερα η πόλη. Τώρα αντιλαμβάνομαι πόσο διαφορετική μπορεί να γίνει η απουσία μέσα σε μια εικόνα. Και πόσο σημαντικό είναι να αναζητήσεις ποιοι λείπουν.
Μπέρρυ Ναχμίας: επέστρεψε και αποφάσισε να μιλήσει για το αύριο
Η Μπέρρυ Ναχμίας, γεννημένη το 1924, επέζησε από το Άουσβιτς και από τη διαδρομή των στρατοπέδων και των πορειών θανάτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1945. Η ιστορία της δεν τελειώνει, λοιπόν, με τον εκτοπισμό. Συνεχίζεται με το δύσκολο έργο της ζωής μετά την επιβίωση και, αργότερα, με τη δημόσια μαρτυρία. Kis
Το βιβλίο της, «Κραυγή για το αύριο», κυκλοφόρησε το 1989. Η ιστορικός Οντέτ Βαρών-Βασάρ περιγράφει την πρώτη ανάγνωση του χειρογράφου το 1987 ως μια συνάντηση με εμπειρίες για τις οποίες η θεία της δεν της είχε προηγουμένως μιλήσει. Η πληροφορία αυτή μάς δείχνει ότι ακόμη και μέσα σε μια οικογένεια, η μνήμη δεν περνά πάντα εύκολα από τον έναν άνθρωπο στον άλλο. Kis
Μένω στον τίτλο. Η κραυγή απευθύνεται στο αύριο. Σε ανθρώπους που δεν ήταν εκεί, που ίσως δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Το βιβλίο ζητά έναν αναγνώστη ικανό να ακούσει και να μεταφέρει τη γνώση παρακάτω. Η μαρτυρία αποκτά έτσι μια διαδρομή μεγαλύτερη από τη ζωή εκείνου που την κατέγραψε.
Η Μπέρρυ συνέδεσε τη μετέπειτα δράση της με τη διατήρηση και τη μετάδοση της μνήμης. Η συμμετοχή της στις προσπάθειες για το μνημείο των Εβραίων της Καστοριάς, που τοποθετήθηκε το 1996, αποτελεί μέρος αυτής της πορείας. Η συγγραφή δεν ήταν το τέλος της ευθύνης που ανέλαβε. Υπήρξε και μια αφετηρία δημόσιας παρουσίας.
Στο σημειωματάριο γράφω το όνομά της προσεκτικά. Όχι μόνο ως επιζήσασας, αλλά ως γυναίκας που εργάστηκε για να ακουστεί μια ιστορία. Η διαφορά είναι ουσιαστική. Μας επιτρέπει να τη γνωρίσουμε και μέσα από όσα έκανε μετά, όχι μόνο μέσα από όσα υπέστη.
Η επιστροφή στη λίμνη γίνεται χωρίς τα προηγούμενα πειράγματα. Δεν υπάρχει αμηχανία σε αυτή τη σιωπή. Υπάρχει η ανάγκη να αφήσουμε όσα ακούσαμε να κατασταλάξουν. Για λίγο δεν αναζητούμε την επόμενη εικόνα. Κοιτάζουμε εκείνη που βρίσκεται μπροστά μας, γνωρίζοντας πια περισσότερα.

Κλεισούρα και Γράμμος: η ομορφιά του τόπου δεν σβήνει όσα συνέβησαν
Οι επόμενες εξορμήσεις μάς βγάζουν από την πόλη και απαιτούν διαφορετικό προγραμματισμό. Η Κλεισούρα και ο Γράμμος δεν είναι μια βιαστική παράκαμψη πριν από το μεσημεριανό. Τους δίνουμε χωριστό χρόνο, γιατί η γεωγραφία και η ιστορία τους χρειάζονται χώρο μέσα στο οδοιπορικό.
Στην Κλεισούρα, η ημερομηνία είναι η 5η Απριλίου 1944. Γερμανικές δυνάμεις κατοχής δολοφόνησαν αμάχους και κατέστρεψαν σπίτια. Ο Δήμος Καστοριάς τιμά τη μνήμη 280 θυμάτων. Στεκόμαστε στη μνημονική αυτή αναφορά με προσοχή, χωρίς να μετατρέπουμε την απώλεια σε θεαματική σκηνή. Δήμος Καστοριάς
Ο χώρος μάς βοηθά να αντιληφθούμε κάτι που η ανάγνωση δεν μεταφέρει πάντα με την ίδια ένταση. Τα γεγονότα δεν συνέβησαν σε ένα αφηρημένο σκηνικό πολέμου. Συνέβησαν εκεί όπου άνθρωποι κατοικούσαν, ετοίμαζαν φαγητό, περίμεναν συγγενείς, γνώριζαν τους γείτονές τους. Η ιστορία αποκτά βάρος όταν επιστρέφει στον τόπο της.
Στον Γράμμο, η διαδρομή ανοίγει σε μεγαλύτερες αποστάσεις και διαφορετικές θέες. Αφήνουμε το αυτοκίνητο όπου χρειάζεται και συνεχίζουμε σε επιλεγμένα σημεία της επίσκεψης, με χρόνο για την παρατήρηση. Το πανωφόρι της Χριστιάννας έχει πλέον βρει τον ρόλο του. Δεν χρειάζεται να το σχολιάσουμε. Αρκεί που δεν επαναλαμβάνω τη χθεσινή προσπάθεια να προστατευτώ σηκώνοντας όλο και περισσότερο τον γιακά.
Το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης συνδέει την προσέγγιση της ιστορίας του Εμφυλίου με το φυσικό περιβάλλον του Γράμμου. Η επίσκεψη μάς φέρνει σε έναν τόπο όπου η ιστορική μελέτη και το τοπίο συνυπάρχουν, χωρίς το ένα να υποκαθιστά το άλλο.
Μπροστά στις πλαγιές, η πρώτη αντίδραση είναι το δέος της θέας. Λίγο αργότερα, η γνώση όσων συνέβησαν προσθέτει μια δυσκολότερη σκέψη. Το ίδιο έδαφος που σήμερα παρατηρούμε με ασφάλεια υπήρξε χώρος φόβου, συγκρούσεων και απώλειας. Η απόσταση του χρόνου δεν μας επιτρέπει να ταυτιστούμε εύκολα με εκείνη την εμπειρία. Μας επιτρέπει όμως να τη μελετήσουμε.
Η επιστροφή δεν συνοδεύεται από μια εύκολη εξήγηση για όλα. Κρατάμε τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, τις ανθρώπινες ζωές και την ανάγκη να ακούμε με προσοχή. Το αφιέρωμα δεν χρειάζεται να λύσει κάθε ερώτημα για να έχει αξία. Χρειάζεται να μη χαθεί η διάθεση να γνωρίζουμε περισσότερα.
Ραγκουτσάρια: η μελωδία που επιστρέφει στην αφήγηση
Μετά τις δύσκολες ιστορικές στάσεις, η Καστοριά μάς περιμένει και με μια άλλη πλευρά της. Στο υλικό των Ραγκουτσαριών, οι δρόμοι γεμίζουν μεταμφιεσμένες παρέες, χάλκινα και κρουστά. Το έθιμο πραγματοποιείται στις 6, 7 και 8 Ιανουαρίου, με την τελευταία ημέρα γνωστή ως Πατερίτσα. Discover Kastoria
Η εικόνα αυτή ανήκει στη χειμερινή γιορτή της πόλης και τη συναντάμε μέσα από το καταγεγραμμένο υλικό της. Δεν προσποιούμαστε ότι το ημερολόγιο του ταξιδιού άλλαξε ξαφνικά. Παρακολουθούμε την Καστοριά σε έναν άλλο χρόνο της, όπως προηγουμένως τη γνωρίσαμε μέσα από φωτογραφίες, μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα.
Στις λήψεις, η μουσική τραβά την κίνηση. Οι παρέες δεν στέκονται ως διακόσμηση μέσα στον δρόμο. Τον χρησιμοποιούν, τον γεμίζουν, αλλάζουν τον ρυθμό του. Κάποιος χορεύει, κάποιος ακολουθεί, κάποιος παρασύρεται ενώ είχε σκοπό μόνο να κοιτάξει. Η γιορτή έχει αυτή τη δύναμη να μετατρέπει τον παρατηρητή σε μέρος της σκηνής.
Και τότε θυμόμαστε κάτι από την αρχή της διαδρομής: τις οστέινες φλογέρες του Δισπηλιού. Δεν υπάρχει λόγος να υποστηρίξουμε μια αδιάσπαστη συνέχεια που δεν τεκμηριώνεται. Υπάρχει όμως μια ανθρώπινη συνάντηση ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικές εποχές: η επιθυμία να δημιουργήσεις ήχο και να βρεθείς μαζί με άλλους γύρω του.
Η χαρά αποκτά εδώ τη θέση που της αξίζει. Μετά τη μνήμη του πόνου, αφήνουμε την πόλη να φανεί και στη γιορτή της, χωρίς να ζητάμε από το ένα να ακυρώσει το άλλο. Οι άνθρωποι χρειάζονται χώρο και για την ανάμνηση και για το γέλιο, για την περισυλλογή και για το τραπέζι, για την απώλεια και για τη συνέχεια.
Παρακολουθώντας τη μουσική, πιάνω τον εαυτό μου να κρατά ασυναίσθητα τον ρυθμό με το πόδι. Η ομάδα το προσέχει και αρχίζουν οι προτάσεις για την επόμενη επίσκεψη. Τους θυμίζω ότι, αυτή τη φορά, έχουμε ήδη λύσει τουλάχιστον ένα ζήτημα: το ζεστό πανωφόρι είναι έτοιμο. Για τις χορευτικές μου δυνατότητες θα χρειαστεί ξεχωριστή συζήτηση.

Καστοριά Αξιοθέατα | Η τελευταία εικόνα: τώρα ξέρουμε τι έλειπε από την πρώτη
Επιστρέφουμε εκεί όπου ξεκίνησε το ταξίδι, μπροστά στη λίμνη. Στήνουμε την κάμερα και αναζητούμε περίπου την ίδια γωνία. Το φως είναι διαφορετικό, αλλά η αντανάκλαση έχει τη γνώριμη δύναμη. Στέγες, νερό, πλαγιές. Το πρώτο πλάνο ήταν πράγματι όμορφο. Δεν του έλειπε τεχνική ούτε κάποια εντυπωσιακή κίνηση της κάμερας.
Εμείς δεν γνωρίζαμε ακόμη αρκετά. Δεν ξέραμε ότι θα σταθούμε σε ξύλα που μπορούν να χρονολογηθούν από ένα ίχνος της ατμόσφαιρας. Ότι μια μικρή εκκλησία θα μας δώσει το όνομα ενός ανθρώπου του 1496. Ότι ένα παλιό σπίτι θα αποκαλύψει μια πρόσβαση προς τη λίμνη και έναν διακριτικό χώρο παρατήρησης της κοινωνικής ζωής.
Δεν ξέραμε ότι οι φωτογραφίες του Παπάζογλου θα μας κάνουν να κοιτάξουμε διαφορετικά τα δικά μας αρχεία. Ότι η μαρτυρία της Μπέρρυς Ναχμίας θα μας υποχρεώσει να σκεφτούμε πιο προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρουμε μια ιστορία. Ότι σε ορισμένες στάσεις θα χρειαστούμε περισσότερες ερωτήσεις και σε άλλες λιγότερα λόγια.
Στις αποσκευές υπάρχουν το πανωφόρι, το δώρο για τη γυναίκα μου και τα μικρά αντικείμενα της διαδρομής. Στη μνήμη μας υπάρχουν η υποδοχή του Θοδωρή, το πρωινό στο ΖΥΜΩΤΑΡΙ, το τραπέζι με τον Νίκο, η δουλειά της Χριστιάννας και η επιλογή με την Ολυμπία. Οι σημερινές συναντήσεις έδωσαν στο ταξίδι τη δική του προσωπική γεωγραφία.
Σκέφτομαι τη στιγμή της επιστροφής στο σπίτι. Θα ανοίξω τη σακούλα με το δώρο και θα αρχίσω να εξηγώ από πού το πήρα. Πιθανότατα η αφήγηση θα ξεκινήσει από το φουλάρι και θα καταλήξει στη νυχτερινή βόλτα, στα στενά, στη λίμνη και στην ομάδα που επέμενε ότι ήξερε τον δρόμο. Έτσι ταξιδεύουν μερικές αναμνήσεις: μέσα από ένα μικρό αντικείμενο που ανοίγει μια μεγαλύτερη ιστορία.
Ανοίγω το σημειωματάριο στην πρώτη σελίδα. Η ερώτηση βρίσκεται ακόμη εκεί: μπορεί μια εικόνα να χωρέσει ολόκληρη την Καστοριά; Τώρα δεν αισθάνομαι την ανάγκη να απαντήσω βιαστικά. Οι σελίδες που ακολούθησαν έχουν γεμίσει με ονόματα, ημερομηνίες, λεπτομέρειες και μικρές ανατροπές που δεν είχαμε προβλέψει.
Αφήνουμε την τελευταία λήψη να κρατήσει λίγο περισσότερο. Ένας περαστικός μπαίνει στο κάδρο και αυτή τη φορά κανείς δεν ζητά να επαναλάβουμε. Η πόλη συνεχίζει τη ζωή της μπροστά μας. Το ταξίδι μας φτάνει στο τέλος, αλλά δεν χρειάζεται να σταματήσει και η εικόνα για να μας αποχαιρετήσει.
Η λίμνη δεν μπορεί να θυμάται για λογαριασμό μας. Εμείς κρατάμε τα ονόματα.
Κρατάμε όσα μάθαμε, όσα αισθανθήκαμε και όσα θέλουμε ακόμη να αναζητήσουμε. Φεύγουμε από την Καστοριά με περισσότερες ιστορίες απ’ όσες χωρούσε το αρχικό μας πρόγραμμα και με μια επιθυμία που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση: να επιστρέψουμε.
Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ. Για την ομορφιά που μας σταματά. Για την ιστορία που μας κάνει να πλησιάζουμε. Και για τους ανθρώπους που δίνουν σε κάθε επιστροφή έναν λόγο.


